Αριστερή αγροτική πολιτική: προς ένα άλλο αγροτικό χώρο της υπαίθρου

Πολύ συχνά, αναφερόμενοι στην ύπαιθρο, την ταυτίζουμε εννοιολογικά με τον αγροτικό χώρο, του οποίου ο παραδοσιακός κοινωνικός πυρήνας είναι το χωριό και κεντρική παραγωγική δραστηριότητα η γεωργία. Η ύπαιθρος, όμως, δεν είναι μόνο τα παραπάνω που από μόνα τους δεν περιγράφουν πλέον την ολοκληρωμένη εικόνα της σύγχρονης υπαίθρου. Κατά την διάρκεια του 20ου αιώνα συντελέσθηκαν έντονες κοινωνικοοικονομικές αλλαγές (αστικοποίηση, μεγαλύτερη επικοινωνία και διείσδυση μεταξύ αστικού και αγροτικού χώρου, εντατικοποίηση και επιχειρηματικοποίηση της γεωργίας, ‘παγκοσμιοποίηση’) που μετέβαλλαν την παραδοσιακή ταυτότητα της υπαίθρου (αποαγροτικοποίηση) και σηματοδοτούν την αγροτική αναδιάρθρωση και την μεταβαλλόμενη φύση του αγροτικού χώρου σε πολυλειτουργική κατεύθυνση. Παρά την διακριτότητά τους, ο αγροτικός χώρος συνεχίζει να καθορίζει σημαντικά την φυσιογνωμία της υπαίθρου, δεδομένης της χωρικής κυριαρχίας της γεωργίας, η οποία κατέχει πρώτιστο ρόλο στην ύπαρξη μιας βιώσιμης ανάπτυξης της υπαίθρου. Το ζητούμενο είναι μέσα στις σύγχρονες μεταβολές να επανασυστήσουμε την κοινωνική και παραγωγική υπηρεσία του αγροτικού τομέα, μέσα σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο τοπίο, από την σκοπιά της αριστεράς και της οικολογίας, ώστε η πολιτική μας πρόταση να αντιστοιχεί στην συγκυρία, τις πραγματικές ανάγκες και το όραμά μας.

Ο φυσικός χώρος περιλαμβάνει τον αγροτικό και σε αυτόν λαμβάνουν χώρα γεωργικές και μη δραστηριότητες, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί έναν χώρο όπου συμπυκνώνονται πολιτισμοί, αντιλήψεις, κοινωνικές σχέσεις σε αλληλεπίδραση ακόμα και με το περιβάλλον που δεν συμμετέχει άμεσα στην παραγωγική διαδικασία. Έτσι, ο φυσικός χώρος αποτελεί πλέον ένα λειτουργικό πεδίο όπου συνδυάζονται η γεωργική παραγωγή με την κατανάλωση, την αναψυχή και τον τουρισμό, τα αγροδιατροφικά προϊόντα, το τοπίο και την φύση (μη αγοραία «προϊόντα»). Η αποαγροτικοποίηση, η αστική διάχυση, η πολυλειτουργικότητα της γεωργίας και του αγροτικού χώρου είναι αλλαγές που διαμορφώνουν μια νέα οπτική για την ύπαιθρο.

Από τον παραγωγισμό σε μια φάση μετάβασης

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο επικράτησε στην γεωργία, όπως και σε άλλους τομείς, η λογική του παραγωγισμού προσδίδοντας στη γεωργία τα εξής δομικά χαρακτηριστικά: εντατικοποίηση, συγκεντροποίηση και εξειδίκευση. Αυτά είχαν ως συνέπεια όχι μόνο φυσικές αλλαγές στο τοπίο (αλλαγή στο μέγεθος των αγρών, εισαγωγή νέων καλλιεργειών, άροση λιβαδιών κά), αλλά και περιβαλλοντικές, κοινωνικές και χωρικές επιπτώσεις.

Η ρύπανση, η διάβρωση των εδαφών, η απώλεια της βιοποικιλότητας και άλλα, άρχισαν να αποτελούν πρόβλημα. Η εκμηχάνιση της παραγωγής, η αστικοποίηση είχαν ως αποτέλεσμα την μείωση του πληθυσμού που δραστηριοποιείται στον γεωργικό τομέα. Οι γεωργοί βρήκαν διέξοδο για τα προϊόντα τους στους εμπόρους, στη βιομηχανία τροφίμων και στα σούπερ μάρκετ εις βάρος των τοπικών αγορών και καταστημάτων. Η καλλιεργούμενη γη άρχισε να συγκεντροποιείται σε μεγάλα αγροκτήματα σύγχρονων γαιοκτημόνων ενώ για τους μικρούς κλήρους το αγροτικό εισόδημα μετατράπηκε από βασικό σε συμπληρωματικό του οικογενειακού. Οι περιφέρειες εξειδικεύτηκαν σε αγροτοπαραγωγικούς τομείς με αποτέλεσμα την χωρική συγκέντρωση της παραγωγής, και την αναδιαμόρφωση της γεωργικής γεωγραφίας με παράλληλο περιορισμό των παραδοσιακών της χαρακτηριστικών. Η εκβιομηχάνιση της γεωργίας μετατόπισε την δύναμη από τον αγρότη ως παραγωγική μονάδα στις μεγάλες επιχειρήσεις του αγροδιατροφικού τομέα. Η αυξανόμενη παρουσία και ο ρόλος των εταιρειών αποτελεί κεντρικό χαρακτηριστικό της παραγωγιστικής καπιταλιστικής γεωργίας.

Η παγκοσμιοποίηση, ο ανταγωνισμός, ο κόσμος δύο ταχυτήτων, των αναπτυγμένων και των αναπτυσσόμενων κρατών, η μετατόπιση του κέντρου βάρους της οικονομικής δραστηριότητας ειδικά στα μεγάλα καπιταλιστικά κέντρα, από τον πρωτογενή στον δευτερογενή και τριτογενή τομέα, οι διαπραγματεύσεις στo πλαίσιο των συμφωνιών του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, έχουν σαν αποτέλεσμα ο παραγωγισμός που αναφέρθηκε αρχικά, να έχει αρχίσει αν όχι να αμφισβητείται, να δίνει την θέση του (χωρίς να αμφισβητεί το μοντέλο των επενδύσεων κεφαλαίων και στόχων κερδοφορίας στους τομείς της γεωργίας όπου κρίνεται ότι αυτό είναι δυνατό) και σε μοντέλα γεωργικής δραστηριότητας μικρότερης έντασης παραγωγισμού. Για τον λόγο αυτό, συχνά υποστηρίζεται ότι βρισκόμαστε στην φάση της «μεταπαραγωγιστικής μετάβασης». Η φάση αυτή χαρακτηρίζεται από την εκτατικοποίηση, την διαφοροποίηση των εκμεταλλεύσεων, την έμφαση στην διαχείριση του χώρου της υπαίθρου και στην ενίσχυση της αξίας των γεωργικών προϊόντων. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για επιμέρους λύσεις-διεξόδους, στο αδιέξοδο που οδηγεί η καπιταλιστικοποίηση και ο εντεινόμενος παγκόσμιος ανταγωνισμός στον αγροτικό τομέα. Ειδικά στα αναπτυγμένα οικονομικά κέντρα, όπως η ΕΕ, κρίνεται εκ των πραγμάτων αναγκαία η διαχείριση του αγροτικού κόσμου και χώρου μέσα στο παγκόσμιο περιβάλλον και τίθενται επί τάπητος ζητήματα όπως η οικογενειακή γεωργία, το πρασίνισμα της γεωργίας, η διατήρηση των μικρών εκμεταλλεύσεων, η ανάσχεση της εγκατάλειψης της γεωργίας ως παραγωγικής δραστηριότητας. Έτσι, στον αγροτικό τομέα και χώρο δημιουργείται ένα θολό τοπίο, όπου από τη μία παραμένει η ανάγκη οι αγρότες να καθίστανται όλο και περισσότερο ανταγωνιστικοί σε μια φιλελεύθερη παγκόσμια αγορά και από την άλλη να γίνονται όλο και περισσότερο «πράσινοι αγρότες», εκτατικοί, βιολογικοί, παράγοντας προϊόντα με ιδιαίτερα τοπικά χαρακτηριστικά και προστιθέμενη αξία. Στο παραπάνω συγκεχυμένο αγροτικό τοπίο μένουν αναπάντητα βασικά ερωτήματα όπως: γιατί στον ευρωπαϊκό χώρο ενώ εκ των πραγμάτων διατίθενται σημαντικά ποσά χρηματοδοτικών ενισχύσεων (παρά την μείωση τους) μειώνεται η συμβολή της γεωργίας ως πεδίο απασχόλησης και συμβολής στο ΑΕΠ; Γιατί ενώ πρασινίζει όλο και περισσότερο η γεωργία, δεν αθωώνεται ως παράγοντας περιβαλλοντικής πίεσης και συμβολής στη κλιματική αλλαγή;

Μέσα από τον μεταπαραγωγισμό, ο καπιταλισμός προσπαθεί να αθωωθεί και να ξεπεράσει τα αδιέξοδα του στον αγροτικό τομέα και σε αυτό το πλαίσιο είναι πραγματικά πολύ δύσκολο αλλά και απόλυτα αναγκαίο μια αριστερή αγροτική πολιτική να επαναπροσδιορίσει στόχους και προτεραιότητες.

Το πρασίνισμα των πολιτικών για την ύπαιθρο και την γεωργία

Πολύς λόγος γίνεται για το πρασίνισμα της γεωργίας, για μια γεωργία φιλικότερη στο περιβάλλον, που παράγει ασφαλέστερα αγροτικά προϊόντα για τους καταναλωτές. Χωρίς να παραγνωρίζεται η όποια προσπάθεια της αντιστροφής των αρνητικών επιπτώσεων της «παραγωγιστικής γεωργίας» και των επιπτώσεών της στην ύπαιθρο, η σύγχρονη διεκδίκηση του πράσινου χαρακτήρα της αγροτικής δραστηριότητας, είναι μάλλον περισσότερο αποτέλεσμα του διεθνούς ανταγωνισμού, παρά μια ξαφνική απαίτηση της καπιταλιστικής γεωργίας. Η σύγχρονη γεωργία έχει όντως προκαλέσει πιέσεις στο περιβάλλον που μπορεί να είναι και μη αναστρέψιμες. Η εκτατικοποίηση της γεωργίας, ο στόχος της μείωσης της χρήσης χημικών, η ενθάρρυνση της βιολογικής γεωργίας, η διατήρηση δασών και ο σχεδιασμός αναδασώσεων εντάσσονται στο πλαίσιο πολιτικών προστασίας της υπαίθρου. Δεδομένου ότι παραμένει ακόμα σημαντικός ο επιδοματικός χαρακτήρας με τον οποίο ασκείται η κεντρική πολιτική στο τομέα της γεωργίας, η αναγκαιότητα για ενισχύσεις που όλο και λιγότερο στρεβλώνουν την αγορά, έχει ως αποτέλεσμα η χορήγηση τους να μετατοπίζεται από τον παραγωγικό γεωργικό τομέα, στην περιβαλλοντική και πολυλειτουργική διάσταση της γεωργίας (μετατόπιση των ενισχύσεων από το κεχριμπαρένιο στο πράσινο «κουτί» στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων και συμφωνιών του ΠΟΕ). Δεν είναι τυχαία η αποσύνδεση των ενισχύσεων από την παραγωγή και η μετάβαση στο καθεστώς της ενιαίας και στρεμματικής ενίσχυσης καθώς και η δημιουργία νέων ειδικών καθεστώτων στο τομέα των άμεσων ενισχύσεων.

Έτσι από την μία πλευρά έχουν αναπτυχθεί πολιτικές προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος στο πλαίσιο της διαχείρισης του αγροτικού χώρου (εθνικά πάρκα, προστατευόμενες περιοχές, αγροπεριβαλλοντικά προγράμματα κ.ά.) αλλά από την άλλη, δεν αμφισβητείται ο πυρήνας της εντατικής γεωργίας με την υπέρμετρη χρήση εισροών, την κατασπατάληση των φυσικών πόρων και την προώθηση των γενετικά τροποποιημένων οργανισμών, ενώ παράλληλα εντείνονται οι παγκόσμιες πιέσεις για την μεταβολή των προτύπων ασφαλείας (λιγότερο αυστηρά) στην παραγωγή των αγροτικών προϊόντων (ΤΤΙP, πιέσεις για κατάργηση της αρχή της προφύλαξης κλπ). Ο αγρότης θα πρέπει να γίνεται όλο και περισσότερο επιχειρηματίας αλλά και πράσινος με αποτέλεσμα να καθίσταται τελικά παραγωγικά σχιζοφρενικός.

Μετασχηματίζοντας τον ρόλο του αγροτικού τομέα

Εάν προσεγγίσουμε την γεωργία από την σκοπιά της καπιταλιστικής οικονομίας, την αντιμετωπίζουμε ως ένα σύστημα συσσώρευσης κεφαλαίου που στοχεύει στην μεγιστοποίηση των οικονομικών αποδόσεων. με γνώμονα το παραπάνω, μπορούμε να ερμηνεύσουμε την λογική του «εκσυγχρονισμού» στην γεωργία από τους επενδυτές, τις τράπεζες και τις επιχειρήσεις του αγροδιατροφικού συστήματος.

Η δική μας οπτική, όμως, κινείται σε διαφορετική λογική. Η γεωργία δεν αποτελεί μονάχα βασικό παράγοντα διαμόρφωσης της υπαίθρου αλλά διαμορφώνεται και από το παραγωγικό, κοινωνικό και διατροφικό πρότυπο που σαν κοινωνία επιλέγουμε. Ένα πρότυπο που βασίζεται στην αειφόρο ανάπτυξη και την αντιμετώπιση της τροφής ως κοινωνικό αγαθό. Εδώ έρχεται να επαναπροσδιοριστεί η γεωργία με βάση τον αρχέγονο πυρηνικό της χαρακτήρα που είναι η υπηρεσία της σε οποιοδήποτε ανθρωποσύνολο (εξασφάλιση τροφής και βιολογικής επιβίωσης) και όχι ως αφηρημένο πεδίο επενδύσεων και κερδοφορίας. με βάση ένα πρότυπο εξασφάλισης της μέγιστης δυνατής αυτάρκειας του πληθυσμού της χώρας σε αγροτικά προϊόντα. Που κατανοεί τα χαρακτηριστικά της ελληνικής υπαίθρου και προτάσσει την στήριξη των μικρομεσαίων παραγωγών και της οικογενειακής γεωργίας. Που διαφυλάσσει την πολιτιστική κληρονομιά (λαογραφία, πολιτισμός, διατροφικές παραδόσεις) που φέρει η ύπαιθρος. Που ιεραρχεί την προστασία του περιβάλλοντος και της υγείας μας. Η ανασυγκρότηση του αγροδιατροφικού τομέα με την φυσιογνωμία που τα παραπάνω της προσδίδουν, μπορεί να αναδείξει την ελληνική γεωργία και ύπαιθρο ως βασικό μοχλό της παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας και ανόρθωσης της κοινωνίας. μια γεωργία που υπηρετεί πρώτα απ΄ όλα την κοινωνία και στη συνέχεια την οικονομία. Δύσκολο εγχείρημα αλλά απόλυτα αναγκαίο.

Το προγραμματικό πλαίσιο μιας εναλλακτικής ριζοσπαστικής γεωργικής πολιτικής που στοχεύει στην παραγωγική ανασυγκρότηση της υπαίθρου και στην βιώσιμη γεωργία προς όφελος των κοινωνικών αναγκών, θέτει στο επίκεντρο την διατροφική αυτάρκεια, την συγκράτηση του πλούτου στη παραγωγική βάση, τον σεβασμό στο περιβάλλον, την προστασία της βιοποικιλότητας και των φυσικών πόρων αλλά και την συμμετοχή του αγροτικού τομέα στο διεθνές εμπόριο, συμβάλλοντας στην κοινωνική ευημερία. Το παγκόσμιο βιομηχανοποιημένο αγροτικό προϊόν μπορεί να αντικατασταθεί από το αγροτικό προϊόν που είναι προϊόν φύσης, ανθρώπου, ιστορίας και πολιτισμού. Το χωρικά περιορισμένο παραγόμενο αγροτικό προϊόν λόγω φυσικών ιδιαιτεροτήτων μπορεί να βρει την θέση του στον κόσμο.

Για μια αριστερή πολιτική η γεωργική παραγωγή δεν μπορεί να αποτελεί πεδίο που απλώς γίνονται οικονομικές επενδύσεις και «όποιος αντέξει στον ανταγωνισμό» αλλά προτάσσει το κοινωνικό δικαίωμα της πρόσβασης σε υγιεινή τροφή για όλους, σε προσιτές τιμές καθώς και την ενίσχυση της διατροφικής αυτονομίας της χώρας. Δεν μπορεί ο αγροτικός τομέας να κατευθύνεται από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και εταιρείες και το κράτος να παίρνει τις απαιτούμενες διοικητικές αποφάσεις για να υπηρετεί τους παραπάνω μηχανισμούς. Αντίθετα, θα πρέπει να υπάρχει τουλάχιστον μέχρι ένα βαθμό, κεντρικά σχεδιαζόμενη αγροτική παραγωγή, να στηριχθεί η απασχόληση στον γεωργικό τομέα, να ενισχυθεί το αγροτικό εισόδημα και να συμπληρωθεί με εναλλακτικές δραστηριότητες στο πλαίσιο της πολυτομεακής και πολυλειτουργικής γεωργίας. Η δημιουργία δομών για την άμεση επαφή παραγωγού- καταναλωτή είναι ένας βασικός πυλώνας της πολιτικής μας. με αυτό τον τρόπο είναι δυνατό να επιτευχθεί – εκτός των άλλων- και η αναδιανομή του παραγόμενου πλούτου προς όφελος των παραγωγών. Όλα τα παραπάνω δεν μπορούν να γίνουν δίχως να ενισχυθούν πρωτοβουλίες που στηρίζονται στον συνεργατισμό και λειτουργούν στην βάση της κοινωνικής ανάγκης και συλλογικότητας, δίνοντας νέο νόημα και νέες πρακτικές στην συνεργατική ιδέα.

Με γνώμονα όλα τα παραπάνω θα πρέπει να υπάρξουν ειδικότερα: α) κλαδικές πολιτικές ανά στρατηγικό προϊόν (ελαιόλαδο, αμπελοοινικά, οπωροκηπευτικά, τυροκομικά), δυναμικές ετήσιες καλλιέργειες (ίνες, σιτηρά, τεύτλα, καπνός), β) ειδικό αναπτυξιακό σχέδιο της κτηνοτροφίας και ιδιαίτερα της εκτατικής, ως απαραίτητης προϋπόθεσης για την αύξηση της παραγωγής και τη διατροφική επάρκεια γ) ανάπτυξη της αλιείας με άμεσα μέτρα που θα εξασφαλίσουν τη δυνατότητα αναγέννησης των ιχθυοαποθεμάτων και θεσμοθέτηση ενός ολοκληρωμένου πλαισίου για την αειφορική διαχείριση της, δ) σχέδιο ανάπτυξης και ανασυγκρότησης της γεωργικής βιομηχανίας και βιοτεχνίας-οικοτεχνίας, ε) υλοποίηση διαφοροποιημένων προγραμμάτων και παρεμβάσεων σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο με αιχμή την ανάδειξη των τοπικών καλλιεργειών και προϊόντων, στ) ανάπτυξη της γεωργικής έρευνας και τεχνολογίας και τέλος επαναδραστηριοποίηση του δημοσίου ως αρωγού του πρωτογενή τομέα.

Χωροταξικός – περιβαλλοντικός σχεδιασμός και στήριξη της υπαίθρου

Κομβική σημασία για τον μετασχηματισμό της γεωργίας και την παραγωγική ανασυγκρότηση έχει η ολοκλήρωση του εθνικού κτηματολογίου, η αποτύπωση των δημόσιων εκτάσεων που παραμένουν γεωργικά αναξιοποίητες καθώς και ο χωροταξικός σχεδιασμός για κάθε παραγωγική δραστηριότητα ώστε να παρεμποδιστούν οι κερδοσκοπικές αλλαγές χρήσης σε βάρος της γεωργικής γης.

Από τις προτάσεις μιας εναλλακτικής ριζοσπαστικής αγροτικής πολιτικής δεν μπορεί να απουσιάζει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο αειφόρου διαχείρισης των φυσικών πόρων. Πιο συγκεκριμένα, θα πρέπει να υλοποιηθεί τομεακό πρόγραμμα διαχείρισης των υδατικών πόρων εξειδικευμένο στην αγροτική παραγωγή. Απαραίτητη είναι επίσης η σύνταξη και η εφαρμογή οδηγιών άρδευσης ανά καλλιέργεια, γεωγραφική περιοχή και αρδευτικό σύστημα καθώς και η προώθηση της τεχνικής υποστήριξης αλλά και ελέγχου κατά την εφαρμογή των αρδεύσεων από τους παραγωγούς. Όσον αφορά το έδαφος και την διαχείρισή του, θα πρέπει να καθοριστεί σχετική εθνική πολιτική για την αντιμετώπιση της ερημοποίησης και της υποβάθμισης των εδαφικών πόρων της χώρας. Απαραίτητο σε αυτό είναι η σύνταξη εδαφολογικών χαρτών και η αξιολόγηση των γαιών.

Επίσης, το γενετικό υλικό της γεωργίας αποτελεί έναν ακόμα σημαντικό φυσικό πόρο. Στην οπτική μας για τον οικολογικό μετασχηματισμό της γεωργίας και την προστασία της βιοποικιλότητας, ιεραρχείται η υποστήριξη και η ενεργοποίηση όλων των δημόσιων δομών που σχετίζονται με το γενετικό υλικό της γεωργίας, όπως είναι τα κέντρα σποροπαραγωγής και γενετικής βελτίωσης φυτών και ζώων, τράπεζες σπόρων και γενετικού υλικού. Σε αυτή την προσπάθεια μετασχηματισμού θα πρέπει ακόμα να στηριχθούν και ιδιωτικοί και κοινωνικοί φορείς που δραστηριοποιούνται στον τομέα της διατήρησης, αναπαραγωγής, εμπορίας και προώθησης του εγχώριου γεωργικού γενετικού υλικού. Σε αυτό το πλαίσιο, η αναβάθμιση της Τράπεζας Γενετικού Υλικού και η σύνδεση της με την παραγωγική διαδικασία, με σκοπό την μείωση της εξάρτησης από εισαγόμενο γενετικό υλικό καθώς και η καθολική απαγόρευση χρήσης και καλλιέργειας γενετικά τροποποιημένων προϊόντων αποτελούν βασικά στοιχεία.

Μια αριστερή ριζοσπαστική γεωργική πολιτική οφείλει να μην είναι αποκλειστικά και μόνο ένας μηχανισμός κατανομής ενισχύσεων αλλά να ενεργοποιεί τα αναπτυξιακά ανακλαστικά του αγροτικού χώρου, ώστε να αναβαθμίσει τον ρόλο του τόσο σε οικονομικό (περιφερειακή ανάπτυξη – δημιουργία διακλαδικών σχέσεων με την υπόλοιπη οικονομία) όσο και κοινωνικό επίπεδο (ασφάλεια και ποιότητα τροφίμων, προστασία του περιβάλλοντος).

Φώτης Γεωργούλιας
Ιωάννα ΘεοδοσΙου

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ