πολιτική για τη βιοποικιλότητα: ώρα για τομές

PHOTO-21

Η Ελλάδα είναι μια ιδιαίτερα πλούσια χώρα σε ό,τι αφορά το φυσικό περιβάλλον. μεγάλος αριθμός φυτών και ζώων, ιδιαίτερος πλούτος τύπων βλάστησης και οικοσυστημάτων και μια ποικιλότητα πολιτιστικών τοπίων όπου αναδεικνύεται η μακραίωνη και συχνά σκληρή συμβίωση και αλληλεπίδραση του μεσογειακού ανθρώπου με το περιβάλλον του. Η αξία και τα πολλαπλά οφέλη του πλούτου αυτού αναγνωρίζονται διεθνώς, ωστόσο οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν κατόρθωσαν να διαμορφώσουν μια ολοκληρωμένη και συνεκτική στρατηγική έρευνας, καταγραφής, διασφάλισης και αξιοποίησης του. Είναι χαρακτηριστική η επιλογή της προηγούμενης κυβέρνησης να υιοθετήσει μια στρατηγική για τη βιοποικιλότητα-αναμάσημα ουσιαστικά της ευρωπαϊκής στρατηγικής, χωρίς δεσμευτικά σχέδια δράσης, δεσμεύσεις χρηματοδότησης και κατάλληλη επιστημονική και διοικητική δομή εφαρμογής και παρακολούθησης. Την ίδια στιγμή μάλιστα, που δημιουργούσε ένα πραγματικό νομικό κυκεώνα που είχε ως σκοπό την απορρύθμιση όλων των πλαισίων προστασίας και σχεδιασμού, για την εξυπηρέτηση εγχώριων και αλλοδαπών συμφερόντων που αντιμετωπίζουν τη φύση ως διακόσμηση (και μάλιστα όχι πάντα απαραίτητη) της γης της οποία ενδιαφέρονταν να αρπάξουν.

Κοινή είναι επίσης η διαπίστωση όσων ασχολούνται με τη διατήρηση της βιοποικιλότητας στην Ελλάδα, ότι μέχρι σήμερα κυριαρχούσε η μηχανιστική μεταγραφή των ευρωπαϊκών οδηγιών, συχνά μάλιστα με λάθη ή σκόπιμες αλλοιώσεις. με τον τρόπο αυτό η διατήρηση της βιοποικιλότητας περιορίσθηκε στη συγκρότηση ενός πλαισίου διεκπεραίωσης υποχρεώσεων, του οποίου ιδιαίτερο γνώρισμα είναι ο μόνιμα έκτακτος χαρακτήρας, η διάχυτη αδιαφάνεια στον τρόπο λήψης αποφάσεων, η σπατάλη πολύτιμων πόρων και η απουσία μόνιμου και αποτελεσματικού μηχανισμού επίβλεψης και καταστολής παρανομιών. Έτσι σήμερα, η κυβέρνηση έρχεται αντιμέτωπη με πληθώρα προβλημάτων και αστοχιών που έχουν δημιουργήσει μια σειρά προκλήσεων, που δεδομένων κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών απαιτούν τομές και ρήξεις.

Καταγραφή της βιοποικιλότητας της χώρας. Η Ελλάδα, πατρίδα της συστηματικής των ειδών, δεν έχει ακόμα σαφή εικόνα του αριθμού των μη καλλιεργούμενων και εκτρεφόμενων ειδών, ιδιαίτερα ορισμένων κατηγοριών της πανίδας και της κατάστασης των πληθυσμών των ειδών. Αντίστοιχη κατάσταση επικρατεί με την ποικιλότητα των αγροτικών φυτών και ζώων. Η υποχρηματοδότηση και η έλλειψη στρατηγικής της έρευνας είναι μια από τις κύριες αιτίες. Σοβαρότατες επίσης ελλείψεις είναι της τακτικής απογραφής δασών και λιβαδιών και της απογραφής υγροτοπικών πόρων που συνδέεται και με τη διαχείριση των υδάτινων πόρων.

Στρατηγικές. Τα προβλήματα με τη στρατηγική για τη βιοποικιλότητα αναφέρθηκαν αλλά δεν είναι τα μόνα αυτού του επιπέδου. Η νέα κυβέρνηση με την ιδιαίτερα υψηλή σημασία που αποδίδει στη διατήρηση της φύσης και της διασφάλισης της δημόσιας περιουσίας υπό δημόσιο έλεγχο, καλείται να δικαιώσει τη χρήση του όρου στρατηγική προχωρώντας σε αναμορφώσεις, συμπληρώσεις και συνέργειες. Αντίστοιχες αναμορφώσεις πρέπει να γίνουν στο «Πλαίσιο Δράσεων Προτεραιότητας για το δίκτυο Natura 2000 για την προγραμματική περίοδο 2014-2020» που διαμορφώθηκε την τελευταία στιγμή και παρουσιάζει σοβαρότατες αδυναμίες. Άλλες εκκρεμότητες στο επίπεδο των στρατηγικών είναι η σύζευξη και η εξασφάλιση της συμβατότητας της διαχείρισης υδάτινων πόρων, της προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή και του ενεργειακού σχεδιασμού με τη Στρατηγική για τη Βιοποικιλότητα και η μεγιστοποίηση των συνεργειών μεταξύ των χρηματοδοτικών μέσων περιβάλλοντος και αγροτικής ανάπτυξης.

Διοίκηση-διαχείριση προστατευόμενων περιοχών. Οι προστατευόμενες περιοχές αποτελούν για κάθε χώρα περιοχές-κέντρα έρευνας, διατήρησης και προβολής της βιοποικιλότητας, με σοβαρή συμβολή στην ποιοτική διάσταση και άλλων πολιτικών, όπως των τροφίμων, του τουρισμού κ.λπ. Παρά κάποια σχετική πρόοδο που σημειώθηκε στο θεσμικό πλαίσιο, κρίσιμα ζητήματα νομικής κατοχύρωσης και διοίκησης τους εκκρεμούν. Ορισμένα από αυτά, όπως η νομική διασφάλιση των χρήσεων γης εντός τους, η τύχη της λειτουργίας των φορέων διαχείρισης (κάτι των εργαζόμενων σε αυτούς), η διοίκηση και διαχείριση των περιοχών χωρίς φορέα διαχείρισης και η φύλαξή τους δεν έχουν επιλυθεί ενώ έχουν εισέλθει σε ιδιαίτερα κρίσιμη φάση.

Παρουσία στις ευρωπαϊκές και διεθνείς εξελίξεις. Παρά το ότι η βιοποικιλότητα και η σημασία της για τη χώρα το δικαιολογεί, η εκπροσώπηση σε όλο το φάσμα των σχετικών διεργασιών στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι πολύ κατώτερη των απαιτήσεων. Ακόμα και το έστω βασικό επίπεδο οφείλεται στην προσωπική προσπάθεια και στο φιλότιμο μικρού αριθμού υπαλλήλων. Για παράδειγμα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ξεκινήσει διαδικασία ανασκόπησης των βασικών Οδηγιών για τη φύση. Έγινε δημόσιος διάλογος για το πώς λειτούργησαν στην Ελλάδα; Πως θα διαμορφωθούν οι εθνικές θέσεις, λαμβάνοντας υπόψη την επικράτηση συχνά ακραίων νεοφιλελεύθερων προσεγγίσεων στην Ε.Ε.;

Δημόσια πρόσβαση-διαφάνεια στις αποφάσεις. Η βιοποικιλότητα είναι πολύτιμο, κοινό δημόσιο αγαθό και είναι καθήκον της πολιτείας να εξασφαλίζει την απρόσκοπτη πρόσβαση σε αυτό και τις υπηρεσίες του, στην παρούσα αλλά και στις μελλοντικές γενιές. Έτσι, όπως και για όλα τα δημόσια αγαθά, οι αποφάσεις που το αφορούν πρέπει να λαμβάνονται με επιστημονική επάρκεια, απόλυτη διαφάνεια όλων των πτυχών διοίκησης, διαχείρισης και χρηματοδότησης και τη μέγιστη δυνατή συναίνεση. Τα λίγα βήματα που έγιναν τα τελευταία 15 έτη προς αυτή την κατεύθυνση, υπονομεύθηκαν με πληθώρα άστοχων και λανθασμένων επιλογών προσώπων και διαδικασιών, καθιστώντας απολύτως απαραίτητο την ριζική τους αναμόρφωση προς μια κατεύθυνση που τελικά θα συμβάλλει και στη διεύρυνση της δημοκρατίας. μιας διεύρυνσης που φυσικά δεν θα οδηγεί στην ακινησία, ούτε θα διευκολύνει μικροπολιτικά και ιδιοτελή συμφέροντα. Εδώ εντάσσονται η ανόρθωση της λειτουργίας της Επιτροπής Φύση 2000, η τροποποίηση του νομικού καθεστώτος των φορέων διαχείρισης, η αναβάθμιση της επιτροπής περιβάλλοντος της Βουλής σε μόνιμη, η εισαγωγή διαδικασιών διαβούλευσης σχετικά με τη διατήρηση της φύσης σε περιφερειακό επίπεδο κ.ά.

Χρηματοδότηση. Αποτελεί σταθερά την Αχίλλειο πτέρνα του τομέα στην Ελλάδα, όχι μόνο γιατί είναι χαμηλή, αλλά κυρίως γιατί δεν είναι εξασφαλισμένη μακροπρόθεσμα. μέχρι τώρα ο τομέας βασίζεται στη χρηματοδότηση από τα ευρωπαϊκά ταμεία και τα χρηματοδοτικά μέσα, όχι μόνο για τη δημιουργία υποδομών, αλλά και για την τρέχουσα λειτουργία του, κάτι που έγινε και με την ανοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ιδιαίτερα στην περίοδο των μνημονίων ακόμα και οι χρηματοδοτήσεις από το Πράσινο Ταμείο περιορίσθηκαν έως εξαφάνισης, ενώ ο τρόπος λειτουργίας του Ταμείου ήταν αντιπαραγωγικός. Έτσι η κυβέρνηση καλείται να μελετήσει και να προσδιορίσει ένα ελάχιστο επίπεδο δαπανών με που πρέπει να καλύπτεται από τον κρατικό προϋπολογισμό ώστε η χώρα να είναι σε θέση τουλάχιστον να προστατεύσει το φυσικό της περιβάλλον. Και να το προστατεύσει ως κοινό και πολύτιμο αγαθό και όχι ως εμπόρευμα, όπως η προηγούμενη κυβέρνηση, που προωθούσε άνοιγμα στην ανάθεση της διαχείρισης σε ιδιώτες, ακόμα και σε τράπεζες. Στον σχεδιασμό της χρηματοδότησης σημαντική θα είναι η συνεισφορά στης Στρατηγικής για τη Βιοποικιλότητα και οι συνέργειές της με άλλες σχετικές πολιτικές. Κρίσιμο ζήτημα είναι η αναμόρφωση της λειτουργίας του Πράσινου Ταμείου που πρέπει να απελευθερωθεί από τις μνημονιακές του υποχρεώσεις, ώστε για παράδειγμα να χρηματοδοτεί πολυετή προγράμματα και να εξασφαλίζει τη συγχρηματοδότηση έργων LIFE ή άλλων. Άλλα θέματα είναι η δημιουργία θεσμικού πλαισίου που θα επιτρέπει την ανάκτηση εσόδων από την εμπορική εκμετάλλευση της βιοποικιλότητας της χώρας, την οικονομική ενίσχυση των φορέων διαχείρισης προστατευόμενων περιοχών κ.ά.

Η παρούσα κυβέρνηση σε εφαρμογή του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ, είχε το θάρρος, για πρώτη φορά στην ιστορία τη χώρας, να αναγνωρίσει τον ρόλο των δασικών υπηρεσιών και της διατήρησης της βιοποικιλότητας στην οικονομία, περιλαμβάνοντας σχετικά θέματα στον κατάλογο των κρίσιμων μεταρρυθμίσεων. Η αντιμετώπιση στο ίδιο πνεύμα των προκλήσεων αυτών θα είναι η καλύτερη συνέχεια.

Πέτρος Κακούρος

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ