οι υπηρεσίες συμβουλών και κατάρτισης στη γεωργία και οι νέες εφαρμογές 

Η αναβάθμιση του ανθρώπινου δυναμικού που απασχολείται στη γεωργία και τις μικρο-μεσαίες επιχειρήσεις που βρίσκονται στον αγροτικό χώρο αποτελεί, όπως είναι γνωστό, επιτακτική ανάγκη και αναγκαία συνθήκη για τη βιωσιμότητα και ανταγωνιστικότητα της αγροτικής οικονομίας. Στο πλαίσιο αυτό, οι Γεωργικές Εφαρμογές (Γ.Ε.) αποτέλεσαν και συνεχίζουν να αποτελούν, σε όλο τον κόσμο και υπό διάφορες μορφές, τον κατεξοχήν φορέα ενημέρωσης, εκπαίδευσης και κινητοποίησης των γεωργών (και, γενικότερα, των αγροτικών πληθυσμών). Πρόκειται για υπηρεσίες που σκοπό έχουν τη διάδοση της γνώσης και της τεχνογνωσίας προς τους γεωργούς (γενικότερα, αγρότες) και περιλαμβάνει δραστηριότητες όπως η εξωσχολική εκπαίδευση-κατάρτιση και η πληροφόρηση-ενημέρωση.

Στη χώρα μας, μετά τα επιτεύγματα των γεωπόνων της Υπηρεσίας Γεωργικών Εφαρμογών (ΥΓΕ) του Υπουργείου Γεωργίας (σήμερα ΥΠΑΑΤ), κυρίως την πρώτη μεταπολεμική περίοδο, η υπηρεσία έπεσε σταδιακά σε παρακμή, ιδιαίτερα μετά την ένταξη της χώρας μας στην ΕΟΚ (ΕΕ) το 1981, λόγω του εγκλωβισμού της στο διοικητικό και γραφειοκρατικό έργο της κατανομής και του ελέγχου των επιδοτήσεων – ενισχύσεων, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την απουσία γεωπόνων-συμβούλων στο πλευρό του αγροτικού πληθυσμού. Οι δυσλειτουργίες εντάθηκαν από τα μέσα του ’90 όταν οι διαδικασίες αποκέντρωσης (Καποδίστριας και Καλλικράτης) συντέλεσαν στη διάσπαση των κεντρικών, περιφερειακών και τοπικών δομών της ΥΓΕ. Σήμερα, με βάση το νέο Οργανόγραμμα του ΥΠΑΑΤ η Δ/νση Γεωργικών Εφαρμογών (Γ. Δ/νση Έρευνας και Εφαρμογών) ‘υποβιβάζεται’ σε Τμήμα Ενημέρωσης, Εκπαίδευσης και Κατάρτισης Αγροτών, στο πλαίσιο της Δ/νσης Προγραμματισμού και Εφαρμογών (Γενική Δ/νση Βιώσιμης Ανάπτυξης). Παράλληλα με τον εγκλωβισμό των γεωπόνων στα γραφεία τους, η επαγγελματική κατάρτιση, αρμοδιότητας πλέον του ΕΛΓΟ «ΔΗΜΗΤΡΑ» (πρώην ΟΓΕΕΚΑ «ΔΗΜΗΤΡΑ»), πέρα από τις αδυναμίες ως προς το σχεδιασμό και την υλοποίηση προγραμμάτων, περιορίστηκε σε σημαντικό βαθμό στην εξυπηρέτηση όσων εντάσσονται σε ευρωπαϊκά προγράμματα και τα τελευταία χρόνια κυρίως στους «υπόχρεους εκπαίδευσης» του προγράμματος των «Νέων Αγροτών», ενώ ζητούμενο είναι η ενεργοποίηση του θεσμοθετημένου Πράσινου Πιστοποιητικού (Π.Π.), το οποίο θα έπρεπε να λειτουργεί από το 2013 και θα μπορούσε να συντελέσει ουσιαστικά στην αναβάθμιση του ανθρώπινου δυναμικού της υπαίθρου.

Η κατάρρευση της ΥΓΕ έχει επιφέρει ένα επιπλέον σοβαρό πλήγμα στο σύστημα δημιουργίας και διάδοσης γνώσης και τεχνογνωσίας που στη χώρα μας είναι ούτως ή άλλως ασθενές, καθώς συνολικά απουσιάζουν ισχυροί δεσμοί μεταξύ Εφαρμογών, Εκπαίδευσης και Έρευνας που θα στόχευαν στην ικανοποίηση των αναγκών των γεωργών και, γενικότερα, του αγροτικού πληθυσμού.
Η απουσία των Γεωργικών Εφαρμογών από τα τεκταινόμενα στον αγροτικό χώρο είχε, τις τελευταίες δεκαετίες, αναμφισβήτητα αρνητικά αποτελέσματα. Έρευνες δείχνουν ότι, από τη μια, οι γεωργοί αμφισβητούν τους γεωπόνους τόσο του δημοσίου όσο και του ιδιωτικού τομέα, τους μεν πρώτους ως γραφειοκράτες τους δε δεύτερους ως εμπόρους καθώς, κατά την άποψή τους, και οι δύο κατηγορίες γεωπόνων δεν εξυπηρετούν τα συμφέροντα των γεωργών. Από την άλλη, διαπιστώνεται άγνοια βασικών κατευθύνσεων της ΚΑΠ, προγραμμάτων της ΕΕ/ΥΠΑΑΤ. Παράλληλα όμως ισχυρή είναι η ζήτηση, ιδίως από τους νέους που ζουν και εργάζονται στην ελληνική ύπαιθρο, για ένα συμβουλευτικό και εκπαιδευτικό φορέα και μάλιστα, σε πολλές περιπτώσεις, υπό πληρωμή. Η έλλειψη ενός φορέα Γ.Ε. είναι επίσης φανερή στην περίπτωση ατόμων που ενδιαφέρονται να εγκατασταθούν στην ύπαιθρο και δεν έχουν επαρκή υποστήριξη (έγκαιρη και έγκυρη πληροφόρηση-ενημέρωση και κατάρτιση).

Η αποτυχία όμως τόσο της λειτουργίας των Τοπικών Κέντρων Αγροτικής Ανάπτυξης (ΤΟΚΑΑ) στο πρόσφατο παρελθόν όσο και εφαρμογής του μέτρου 114 του Προγράμματος Αγροτικής Ανάπτυξης 2007-2013 για τη «χρήση υπηρεσιών παροχής γεωργικών συμβουλών» είναι αποκαλυπτική της αδυναμίας ή της υποτίμησης της ανάγκης επανενεργοποίησης και αναβάθμισης των Γεωργικών Εφαρμογών – συμπεριλαμβανόμενης της κατάλληλης αξιοποίησης ευρωπαϊκών προγραμμάτων, ακόμη και ‘μη-παραδοσιακών, μη-δημόσιων δομών’.

Στις σημερινές συνθήκες, πέρα από την κρατική παρέμβαση για τη δημιουργία της κατάλληλης υποδομής και τη διασφάλιση ενός αποδεκτού επιπέδου ποιότητας ζωής και εργασίας στον αγροτικό χώρο, η αντιμετώπιση των προβλημάτων απαιτεί την ενεργοποίηση και συμμετοχή του αγροτικού κόσμου και των οργανώσεών του. Για να γίνει όμως αυτό είναι απαραίτητη η συστηματική εκπαίδευση, ενημέρωση και πληροφόρηση όλων των ομάδων του αγροτικού πληθυσμού και η απρόσκοπτη συνεργασία όλων των φορέων που σχετίζονται με την αγροτική ανάπτυξη. Πρωτίστως δε, απαραίτητη είναι η πλήρης αξιοποίηση του γεωπονικού δυναμικού και κυρίως των νέων γεωπόνων οι οποίοι πρέπει να αξιοποιηθούν στο πλαίσιο της αναγκαίας ανασυγκρότησης και του επαναπροσδιορισμού του ρόλου των Γ.Ε. στη χώρα μας. Γιατί, πολύ απλά, δεν είναι δυνατόν να απαιτείται από τον Έλληνα γεωργό, ή γενικά αγρότη, να μετατραπεί σε ‘επαγγελματία’ (πολύ δε περισσότερο σε ‘επιχειρηματία’) όταν δεν υπάρχουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις.

Σήμερα, ο πρωτογενής τομέας θεωρείται ως ένας από τους πυλώνες της εξόδου της χώρας από την κρίση και μάλιστα μέσα από την ανάδειξη και την αξιοποίηση νέων ιδεών και πρακτικών (καινοτομιών). Αυτό με τη σειρά του προϋποθέτει τη σύμπραξη των ενδιαφερομένων, δηλαδή τη διασύνδεση και συνεργασία γεωργών, ερευνητών, γεωπόνων, επιχειρήσεων και λοιπών φορέων με σκοπό την ανταλλαγή γνώσεων και πληροφοριών καθώς και τη δημιουργία, διάδοση και χρήση καινοτομιών. Στο πλαίσιο αυτό, ο ρόλος των γεωπόνων-γεωργοεφαρμοστών μετασχηματίζεται από απλούς παρόχους (τεχνικών) πληροφοριών σε συμβούλους και ‘διαμεσολαβητές καινοτομίας’, δηλαδή σε επιστήμονες που γνωρίζοντας τόσο τους γεωργούς όσο και τους άλλους φορείς του χώρου είναι σε θέση είτε να επιλύσουν τα προβλήματα είτε να δράσουν ως ‘ενδιάμεσοι’ για το σχηματισμό συμπράξεων που θα είναι σε θέση να βοηθήσουν στην ανάπτυξη μιας περιοχής μέσα από την ανάπτυξη καινοτόμων δράσεων. Όμως, η τρέχουσα απουσία στοιχειώδους έστω μηχανισμού Γ.Ε. στη χώρα μας θέτει πολύ σοβαρά εμπόδια στη δυνατότητα της χώρας να συμβαδίσει με τις εξελίξεις αυτές.
Τα παραπάνω θέτουν κατά συνέπεια, για μια ακόμη φορά, το ζήτημα των Γεωργικών Εφαρμογών στη χώρα μας, δηλαδή την ανασύσταση της ΥΓΕ στο πλαίσιο του ΥΠΑΑΤ με παράλληλη δραστηριοποίηση ιδιωτών γεωπόνων-συμβούλων (βλ. Άρθρο 15 περί «Συμβουλευτικών Υπηρεσιών» της νέας ΚΑΠ 2014-2020) όπως άλλωστε και την αναβάθμιση της κατάρτισης (βλ. Άρθρο 14 περί «Δράσεων μεταφοράς γνώσεων και ενημέρωσης») και τη συγκρότηση επιχειρησιακών ομάδων/ συμπράξεων καινοτομίας (βλ. Άρθρο 35 περί «Συνεργασίας») στη βάση ενός σαφούς σχεδίου έτσι ώστε να μπορέσει να ικανοποιήσει τόσο τις ανάγκες των γεωργών όσο και τις αυξημένες απαιτήσεις της νέας ΚΑΠ και να εξυπηρετήσει, τελικά, την έξοδο της χώρας από την κρίση διαμέσου της αξιοποίησης τόσο των ‘παραδοσιακών’ δραστηριοτήτων των γεωργών όσο και καινοτόμων δράσεων στο πεδίο της γεωργίας αλλά και συνολικότερα της βιώσιμης αγροτικής ανάπτυξης.

Αλέκος Κουτσούρης
Αν. καθηγητής Γεωπονικό πανεπιστήμιο Αθηνών

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ