τα κοινά και η «δηµόσια κτήση» του αιγιαλού

Για τους οικονοµολόγους, «κοινά» είναι τα αγαθά που κανείς δεν µπορεί (ή δεν πρέπει) να στερηθεί την απόλαυσή τους, η οποία, σε κάθε περίπτωση, δεν µειώνει την διαθεσιµότητά τους. Όλοι δικαιούνται το κοµµάτι τους, από µία πίτα που δεν µειώνεται ποτέ. Οι νοµικοί συνήθως διακρίνουν σε κοινόχρηστα (άµεσα διαθέσιµα σε όλους) και σε κοινά (όσα δεν είναι, ούτε καταρχήν, δεκτικά ελέγχου – π.χ., ο ατµοσφαιρικός αέρας). Οι διεθνείς συνθήκες µιλούν για αγαθά που αποτελούν «κοινή κληρονοµιά» της ανθρωπότητας: στο προοίµιο του Πρωτόκολλου την Συνθήκης της Βαρκελώνης για την προστασία του παράκτιου χωρου, «τα συµβαλλόµενα µέρη» αναγνωρίζουν «ότι οι παράκτιες ζώνες της Μεσογείου θαλάσσης αποτελούν κοινή φυσική και πολιτιστική κληρονοµιά … ότι πρέπει να προστατεύονται και να χρησιµοποιούνται µε σύνεση προς όφελος των σηµερινών και των µελλοντικών γενεών».

Είναι εύκολο να βρει κανείς αδυναµίες στους ορισµούς αυτούς, που έχουν µόνο ευριστική σηµασία. Αντίθετα, δύσκολα αποφεύγει κανείς τα κοινά: είναι παντού – στους οικισµούς (δρόµοι, πλατείες, άλση, πεζοδρόµια), στην φύση (αιγιαλός, παραλία, θάλασσα, αέρας, λίµνες, ποτάµια, ιχθυοτρόφα ύδατα, βιοποικιλότητα, κλίµα). Σήµερα, τα συναντάµε στις τεχνολογικές µας υποδοµές (π.χ., το διαδίκτυο, οι συχνότητες) ή στον πολιτισµό (π.χ., τα έθιµα, την παραδοσιακή γνώση, τα µνηµεία). Το «δικαίωµα» στα κοινά συνδέεται, συχνά µε αδιόρατους τρόπους, µε πιο γνωστά, και ευρύτερα αναγνωρισµένα, δικαιώµατα: σε µεγάλο βαθµό, ταυτίζεται µε το δικαίωµα σε ένα ισορροπηµένο οικιστικό και φυσικό περιβάλλον· η απόλαυση των κοινών είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την υλοποίηση δικαιωµάτων όπως αυτό της υγείας· επειδή (σχεδόν εξ’ ορισµού) είναι διαθέσιµα σε όλους, συµβάλλουν στην περιβαλλοντική δικαιοσύνη – την ιδέα µίας ίσης, δίκαιης πρόσβασης στους φυσικούς πόρους -, ή εξαφανίζονται µαζί της. Αποτελούν φυσικές ή τεχνητές κοινωνικές υποδοµές για την ελευθερία της έκφρασης ή το δικαίωµα του συνέρχεσθαι. Σε µία από τις πολλές δικαστικές υποθέσεις που ξεπήδησαν από το κίνηµα OWS (Waller κατά City of New York), το δικαστήριο ερωτήθηκε αν υπάρχει δικαίωµα διαδήλωσης σε έναν ιδιωτικό (αλλά κοινόχρηστο) χώρο, όπως το Zuccotti Park. Καθώς ιδιωτικοποιείται ο δηµόσιος χώρος, παρόµοια ερωτήµατα θα τεθούν ξανά.

Από πού προέρχονται τα κοινά; Ήταν πάντα µαζί µας, συνυφασµένα µε την ίδια την ιδέα της κοινότητας, παρόντα – αν και, µερικές φορές αόρατα – σε µία κοινωνία όπου η «οικονοµία του ανθρώπου είναι βυθισµένη στις κοινωνικές του σχέσεις» (Polanyi). Η ιστορία τους είναι µία αλληλουχία από νίκες και ήττες, συµβιβασµούς και διαρρυθµίσεις, καινοτοµίες και παραδόσεις, ανάµεσα στο τοπικό και παγκόσµιο επίπεδο. H Elinor Ostrom, η οικονοµολόγος που βραβεύθηκε µε το Nobel οικονοµίας το 2009 για τις µελέτες της πάνω στην οικονοµική διακυβέρνηση των κοινών, έγραφε στην µεταπτυχιακή της διατριβή (1964): «σε µία κοινωνία, οι ιδιωτικοί φορείς δεν µπορούν να παράσχουν πολλά από τα επιθυµητά αγαθά. Μερικά αγαθά δεν είναι δυνατόν να αποκλειστούν από όσους αδυνατούν να πληρώσουν για αυτά. Μερικά αγαθα έχουν ένα τέτοιο φάσµα κοινών και εναλλακτικών χρήσεων, που η προτεραιότητα των αιτηµάτων για την µία ή την άλλη χρήση δεν είναι δυνατόν να καθοριστεί από την αγορά … Η ύπαρξη επιχειρηµατικότητας στον ιδιωτικό τοµέα εγείρει το ερώτηµα αν υπάρχει µία παρόµοια λειτουργία για όσους παρέχουν δηµόσια αγαθά – µία δηµόσια επιχειρηµατικότητα…». Από τους βοσκοτόπους της Ελβετίας µέχρι τα αρδευτικά δίκτυα του Νεπάλ, η Ostrom πέρασε την ζωή της συνοµιλώντας µε αυτούς τους ανώνυµους διαχειριστές των κοινών – τον οποιονδήποτε. Στις σκανδιναυικές χώρες, αναγνωρίζεται το δικαίωµα της περιπλάνησης, της χρήσης του δηµόσιου χώρου – allemansrätten στην Σουηδία- αυτολεξεί, το δικαίωµα «του καθένα». Άθελά του (;), το δίκαο αναγνωρίζει ότι τα «κοινά» αποτελούν το υπόστρωµα αυτού που ονοµάζουµε «προσωπικότητα», σηµεία όπου τέµνεται το δηµόσιο και το ιδιωτικό.

PHOTO-22Αναζητώντας τα ίχνη των κοινών στα νοµικά κείµενα, κάποιος αρχίζει από το ρωµαϊκό δίκαιο: οι Ρωµαίοι νοµικοί διέκριναν ανάµεσα σε πράγµατα που ανήκαν στην ιδιωτική σφαίρα διάθεσης και όχι (extra commercium): σε αυτά, ανήκαν τα αδέσποτα (res nullius, διαθέσιµα σε όποιαν τα υποτάξει πρώτος, π.χ., τα άγρια ζώα), τα δηµόσια (res publicus, τα πράγµατα που ανήκουν στην ρυθµιστική αρµοδιότητα του δηµοσίου), και τα κοινά (res omnium communia, όσα από τη φύση τους δεν µπορούν να υποταχθούν στην εξουσία του ανθρώπου). Ένα περίφηµο χωρίο του Ιουστινιανού αναφέρει ότι «σύµφωνα µε το φυσικό νόµο, ο αέρας, τα νερά που κυλούν, η θάλασσα και, κατά συνέπεια ο αιγιαλός, είναι κοινά σε όλους τους ανθρώπους κανείς, συνεπώς, δεν µπορεί να απογορεύσει σε κάποιον να πλησιάσει οποιοδήποτε σηµείο του αιγιαλού». Το ρωµαϊκό δίκαιο δεν πρέπει να εξιδανικεύεται, και σίγουρα απηχεί µία εποχή που τα κοινά ήταν άφθονα, και η ζήτηση για µερικά από αυτά µικρή. Ωστόσο, η µακροβιότητα µερικών ιδεών του είναι αξιοσηµείωτη. Στις αγγλοσαξωνικές χώρες – και, µέσω αυτών, σε χώρες όπως η Ινδία– υπάρχει η ιδέα του «δηµόσιου καταπιστεύµατος» (public trust): µερικοί φυσικοί πόροι είναι τόσο ξεχωριστοί, που η διοίκηση µπορεί να τους διαχειριστεί µόνο προς όφελος όλων των ανθρώπων – ακόµα και αυτών που δεν έχουν ακόµα γεννηθεί. Εκεί, το «δηµόσιο καταπίστευµα» περιλαµβάνει και τον αιγιαλό.

Στη χώρα µας, µέσω του βυζαντινορρωµαϊκού και του οθωµανικού δικαίου, ο οθωνικός νόµος «περί διακρίσεως κτηµάτων» αναγόρευσε τον αιγιαλό σε «δηµόσια κτήση» – συνδυάζοντας την κοινοχρησία µε την ιδιοκτησία του δηµοσίου. Με αυτή τη νοµική βάση, ο Άρειος Πάγος επανειληµµένα απέκρουσε αξιώσεις ιδιωτών στον αιγιαλό κατά την διάρκεια του 19ου αιώνα. Οι ισορροπίες αλλάζουν µε τη βιοµηχανοποίηση και τον τουρισµό, που άλλαξαν την αξιολόγηση της µέχρι τότε λίγο-πολύ άχρηστης παράκτιας γης, και κίνησαν µία διαδικασία που ονοµάστηκε αλλού «βαλεαριδοποίηση» (balearisation). Από την δεκαετία του ‘20 – µε καινοτοµίες όπως η Επιτροπή καθορισµού του αιγιαλού (1923), η παραχώρηση του αιγιαλού για την κατασκευή κέντρων αναψυχής, λουτρών και άλλων κοινωφελών επιχειρήσεων (1923) ή για άλλες επιχειρήσεις (1929), νέες οικονοµικές χρήσεις µεταφέρονται µαζικά στην ακτή. Την ίδια δεκαετία, «εφευρέθηκε» και η ζώνη που «επαυξάνει» τον αιγιαλό, όταν ο τελευταίος δεν επαρκεί – σήµερα γνωστή ως «παραλία», µία λέξη παλαιότερα ταυτόσηµη µε τον αιγιαλό –, και µε τον πρώτο νόµο για τον αιγιαλό (1940), που ίσχυσε επί 61 χρόνια, αναγνωρίστηκε και η κοινοχρησία της: «αιγιαλός, ήτοι η περιστοιχούσα την θάλασσαν χερσαία ζώνη, η βρεχοµένη από τας µεγίστας πλην συνήθεις αναβάσεις των κυµάτων, είναι κτήµα κοινόχρηστο…[η] προσαυξάνουσα τον αιγιαλόν λωρίς γης καλείται εν τω παρόντι νόµω «παραλία»…». Όµως, τα µεταπολεµικά χρόνια ήταν ακόµα πιο καθοριστικά: µε νέα νοµικά έργαλεία – όπως τα τουριστικά δηµόσια κτήµατα (1946, σήµερα στην διαχείριση της ΕΤΑ), οι διµερείς επενδυτικές συµφωνίες µεταξύ του ελληνικού δηµοσίου και ιδιωτών (π.χ., για η σύµβαση δηµοσίου – ΠΕΤΡΟΛΑ του 1972), «εξαιρετική» νοµοθεσία για τα κεφάλαια εξωτερικού (1953) ή τις «παραγωγικές επενδύσεις» (1961), µαζί µε σωρεία ειδικών νόµων (π.χ., για την παραχώρηση του πυθµένα της θάλασσας, στα πλαίσια των πρώτων πετρελαϊκών ερευνών, βιοµηχανικές περιοχές, «αλλοδαπές επιχειρήσεις υγρών καυσίµων») – αποκλειστικές χρήσεις κατέλαβαν µεγάλα τµήµατα του αιγιαλού. Η αδόµητη ζώνη, εφεξής 30 µέτρα, επεκτάθηκε από την χούντα (!) σε όλες τις εκτός σχεδίου παραλιακές ζώνες. Μόλις τον 21ο αιώνα, και µετά το άρθρο 24, ο ισχύων νόµος (2001) αναγνωρίζει τον αιγιαλό και την παραλία ως στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος, των οποίων η χάραξη πρέπει να είναι, σε µερικές περιπτώσεις, υποχρεωτική.

Η περιοδοποίηση αυτή είναι σηµαντική, καθώς υπάρχει η εντύπωση ότι υπάρχουν εκεί έξω άφθονες παραλίες – ανέγγιχτες, άσπιλες, άθικτες, και τίποτα δεν θα χαθεί αν διαµοιράσουµε µερικές από αυτές σε φιλικούς επενδυτές. Καθώς η αποκλειστική χρήση ήδη προβλέπεται για τις στρατηγικές επενδύσεις και για τα δηµόσια ακίνητα του Μεσοπρόθεσµου, µπορεί να αναρωτηθεί κανείς τι άλλάζει µε το πρόφατο νοµοσχέδιο. Αλλάζουν πολλά: για παράδειγµα, η υποχρεωτική χάραξη παραλίας καταργείται, και η νοµιµοποίηση αυθαιρέτων στον αιγιαλό και στην παραλία, και µάλιστα ιδιωτικών, γενικεύεται. Κάποια στιγµή πρέπει να παύσουµε να βλέπουµε την νοµιµοποίηση αυτή ως µία «εξαιρετική» ρύθµιση: δεν είναι παρά ένα είδος κρυφής απορρύθµισης, µε την µετατροπή ενός κοινού αγαθού σε αδέσποτο, το οποίο έχει ήδη κατακτηθεί από όσους έχουν επαρκή οικονοµική, νοµική και πολιτική εξουσία, για να παραµερίσουν τους θεσµούς που εγγυούνται το «δικαίωµα του καθενός» – όπως η αδειοδότηση, η διαβούλευση, η συµµετοχή. Τόσο µε τα αυθαίρετα όσο και µε τις επιχωµατώσεις, θυµάται κανείς κάτι που παρατήρησε ο Marx, περιγράφοντας τις περιφράξεις (enclosures) των «κοινών» αγρών στην Αγγλία του 18ου αι., και την συµβολή τoυς στην δηµιουργία µίας µάζας ανθρώπων που εξαρτάται, οριστικά αποκοµµένη από τις πολιτισµικές της αναφορές, από τον µισθό: ο καλύτερος τρόπος να καταργηθεί η κοινοχρησία δεν είναι τόσο η αλλαγή του νόµου, αλλά η οριστική, υλική καταστροφή του κοινού αγαθού. Τίποτα δεν προδίδει καλύτερα τις προθέσεις του νοµοθέτη από την «τεκµαρτή» (sic) ζώνη παραλίας 10 µέτρων ενώπιον των ιδιωτικών έργων: φθάσαµε λοιπόν, µερικούς αιώνες αργότερα, στο σηµείο όπου ο χρήστης µίας παραλίας πρέπει, µπροστά σε ένα ιδιωτικό έργο, να «τεκµαίρει» (να φαντασιώνεται) δικαιώµατα που επιβιώνουν µόνο στην µνήµη. Αυτό σίγουρα δεν είναι πρόοδος.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΑΣΙΩΤΗΣ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ