λιβαδικά οικοσυστήματα: φυσικά οικοσυστήματα και πολύτιμοι φυσικοί πόροι

Όταν στην Ελλάδα ακούει κανείς τη λέξη λιβάδια στο μυαλό έρχεται η εικόνα μιας μεγάλης έκτασης με πράσινο χόρτο στην οποία βόσκουν με ικανοποίηση γελάδια και πρόβατα. Πράγματι, αν κανείς περιδιάβαινε στην ελληνική ύπαιθρο μιαν άνοιξη της δεκαετίας του ’30, αυτή ήταν η κυρίαρχη εικόνα και αυτή είναι που ταυτίστηκε με όλες τις εκτάσεις με φυσική βλάστηση που δεν ήταν δάσος, αυτή που στην καθομιλουμένη αποκαλείται βοσκότοπος. Η μακραίωνη κυριαρχία της χρήσης των εκτάσεων χωρίς υψηλή ξυλώδη βλάστηση για τη βόσκηση αγροτικών ζώων, ταύτισε τη χρήση με την περιγραφή του τόπου. Από την άλλη, η ταύτιση αυτή είναι και υπόμνηση της ιδιαιτερότητας των λιβαδιών της Ελλάδας, τα οποία στην πλειονότητά τους αποτελούν δυναμικά συστήματα, που χωρίς βόσκηση έχουν την τάση να επιστρέφουν στην αρχική τους κατάσταση, δηλαδή να γίνονται δάση ή πυκνοί θαμνώνες. Πολλές από αυτές τις εκτάσεις, ιδιαίτερα στις πεδινές και ημιορεινές περιοχές γνώρισαν δεκάδες κύκλους αλλαγών χρήσεων από τη γεωργία και την κτηνοτροφία (συχνά ασκούμενες στον ίδιο χώρο) αλλά και εγκατάλειψης. Αποτέλεσμα αυτής της μακροχρόνιας επίδρασης του ανθρώπου, σε συνδυασμό με το ανάγλυφο και το ιδιαίτερο κλίμα είναι στην Ελλάδα να απαντούν τέσσερις κατηγορίες λιβαδικών οικοσυστημάτων, τα ποολίβαδα, τα θαμνολίβαδα, τα φρυγανολίβαδα αλλά και τα δασολίβαδα. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat το ποσοστό της έκτασης της χώρας που καλύπτουν τα ποολίβαδα και θαμνολίβαδα ανέρχεται στο 34%, ενώ αν προσμετρηθούν τα φρυγανολίβαδα και τα δασολίβαδα το ποσοστό φθάνει στο 40%.

Τα λιβάδια όμως δεν είναι μόνο εκτάσεις εκτροφής αγροτικών ζώων, έχουν και τεράστια σημασία για τη βιοποικιλότητα, τη διαχείριση των υδατικών πόρων Η πλειονότητα των σπάνιων, ενδημικών και προστατευόμενων ειδών της ελληνικής χλωρίδας απαντά σε λιβάδια και το ίδιο ισχύει και για τους τύπους οικοτόπων. Τα λιβάδια έχουν τεράστια αξία ως χώροι διατροφής των περισσότερων ειδών της ορνιθοπανίδας αλλά και αυστηρά προστατευόμενων θηλαστικών, όπως το αγριόγιδο και ο κρητικός αίγαγρος αλλά και πιο κοινών ειδών όπως τα ελάφια, τα ζαρκάδια κ.λπ. Σε αυτά απαντά επίσης μεγάλος αριθμός ειδών ασπόνδυλων στα οποία περιλαμβάνονται και τα έντομα, που όσο κι αν ενοχλούν τους αστούς εκδρομείς, είναι απολύτως απαραίτητα για τη γονιμοποίηση πολλών φυτών από τα οποία τρεφόμαστε. Επίσης, η προσεκτική τους διαχείριση, ιδιαίτερα στον ορεινό χώρο, συμβάλλει αποφασιστικά στην αποτροπή διαβρώσεων και στην ταμίευση νερού στα δασικά εδάφη και στους καρστικούς υπόγειους υδροφορείς που έχουν τεράστια σημασία, ιδιαίτερα στη Νότια Ελλάδα.

Αυτό όμως που καθιστά τα ελληνικά λιβαδικά οικοσυστήματα μοναδικά είναι ότι αποτελούν ζωντανά μνημεία της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Σε αυτά και την εκτατική κτηνοτροφία οφείλει η χώρα μερικά από τα πολυτιμότερα προϊόντα της όπως η φέτα αλλά και μεγάλο αριθμό βασικών συστατικών της διάσημης ελληνικής μεσογειακής διατροφής, όπως τα χόρτα της Κρήτης και τα μυρωδικά και βότανα που απαντούν σε όλα τα ελληνικά βουνά. Είναι επίσης αυτά που στήριξαν την οικονομική άνθηση ορεινών περιοχών, όπως των Ζαγοροχωρίων όπου ράβονταν οι περίφημες κάπες από κατσικίσιο και πρόβειο μαλλί.

Τα λιβαδικά οικοσυστήματα, όπως διαμορφώθηκαν από τις ανθρώπινες δραστηριότητες με κυρίαρχη την κτηνοτροφία, συνυπάρχουν με δάση και άλλα οικοσυστήματα, δημιουργώντας μερικά από τα ομορφότερα και πλουσιότερα σε είδη τοπία της χώρας. Αυτά τα τοπία, εκτός από τη μεγάλη αξία για τη διατήρηση της φύσης και τις δυνατότητες προσέλκυσης δραστηριοτήτων αναψυχής, αποτελούν και ζωντανά παραδείγματα συνύπαρξης πολλών δραστηριοτήτων που μπορούσαν να στηρίξουν οικονομίες μικρής κλίμακας.

Παρά τις πολλαπλές αυτές αξίες, η διατήρηση και διαχείριση τους αφέθηκαν στην τύχη τους και στον αυτόματο πιλότο της «παραδοσιακής» διαχείρισης, εμπλουτισμένης με τις επιδοτήσεις που λίγο-πολύ έκλειναν τα στόματα. Όμως ούτε η διαχείριση γινόταν πια «παραδοσιακά» – πως θα γινόταν άλλωστε αυτό, ενώ οι αλλαγές των ίδιων των λιβαδιών με την εγκατάλειψη μεγάλων εκτάσεων, οι δυσκολίες στην άσκηση του κτηνοτροφικού επαγγέλματος και τέλος οι αλλαγές στο πλαίσιο άσκησης της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής προκάλεσαν έναν ορυμαγδό εξελίξεων, μια τεράστια πίεση για βίαιη προσαρμογή του πλαισίου διαχείρισής τους. μια προσαρμογή που καλείται να ξεπεράσει από το συχνά ασαφές ιδιοκτησιακό καθεστώς και τις νομικές δυσκολίες ακόμα και για την εγκατάσταση ενός απλού στέγαστρου για το καλοκαίρι, στην απίστευτη κατάσταση να μην υπάρχουν εγκεκριμένες προδιαγραφές εκπόνησης διαχειριστικών μελετών για τα λιβάδια. Φυσικά οι ευθύνες δεν είναι απρόσωπες. Ανήκουν αποκλειστικά στις κυβερνήσεις και τα κόμματα που εδώ και 40 χρόνια αδιαφόρησαν εγκληματικά και σήμερα έχουν το θράσος να παρουσιάζονται ως σωτήρες, απλά επειδή με την ανοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης κουκούλωσαν προσωρινά δεκαετίες εγκληματικής αδιαφορίας.

Ωστόσο, σε πείσμα όλων αυτών τα ελληνικά λιβάδια μπορούν μέσα από μια ολοκληρωμένη πολιτική αειφορικής διαχείρισης, όχι μόνο να συνεχίσουν να στηρίζουν την εκτατική κτηνοτροφία, αλλά να επιτελούν και όλες τις άλλες λειτουργίες προς όφελος όλων των πολιτών. μια διαχείριση που απαιτεί σχεδιασμό, προετοιμασία για την αντιμετώπιση έκτακτων καταστάσεων, διεπιστημονική συνεργασία, συνεχή συντονισμό μεταξύ διαφόρων φορέων της διοίκησης και των κτηνοτρόφων αφού η βόσκηση αγροτικών ζώων εκτός από την κύρια οικονομική χρήση των εκτάσεων αυτών, εφόσον ασκείται ορθολογικά συμβάλλει αποφασιστικά στην παροχή όλων των άλλων περιβαλλοντικών υπηρεσιών των λιβαδικών οικοσυστημάτων.

Κρίσιμα προαπαιτούμενα προς την κατεύθυνση αυτή είναι:
• Η προστασία του δημόσιου χαρακτήρα των λιβαδικών εκτάσεων. Ο υφιστάμενος έλεγχος του μεγαλύτερου ποσοστού λιβαδιών από το Δημόσιο ή άλλους οργανισμούς δημοσίου συμφέροντος όπως οι ΟΤΑ, δίνει τη δυνατότητα χάραξης ενιαίων πολιτικών για την οικολογική ανασυγκρότηση της εκτατικής κτηνοτροφίας και τη διατήρηση της φύσης, με κριτήριο τις ανάγκες των πολλών όχι μόνο σήμερα αλλά και στο μέλλον.
• Η προστασία των εκτάσεων αυτών από αλλαγές χρήσεων που δεν εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον και μόνο μετά από ευρεία διαβούλευση με τις τοπικές κοινωνίες.
• Η εκπόνηση ενός πλαισίου συνεργασίας μεταξύ επιστημόνων, της διοίκησης και των κτηνοτρόφων το οποίο θα εξειδικεύσει τους σκοπούς και τα μέσα για την αειφορική διαχείριση των λιβαδιών.

Πέτρος Κακούρος
Δασολόγος

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ