ανακτώντας το παράκτιο μέτωπο του Σαρωνικού

συνέντευξη με τον ΓΙΑΝΝΗ ΠΟΛΥΖΟ, ομότιμο καθηγητή ΕΜΠ

Ο/τ.: Ποια είναι η σημασία του παράκτιου μετώπου του Σαρωνικού για την Αθήνα και την Αττική;

Γιάννης Πολύζος: Οι ακτές του Σαρωνικού είναι ένας κλειστός γεωγραφικός χώρος που συνδέει ιστορία, τοπία, πολιτισμούς και ανθρώπους και με αυτή την έννοια είναι ένας χώρος με ιδιαίτερη σημασία για τη μητροπολιτική Αθήνα. Είναι ένας χώρος που περιλαμβάνει το Σούνιο, τον Πειραιά, την Ελευσίνα και πλαισιώνεται από την Αίγινα και την Επίδαυρο. Είναι ένας τόπος με μοναδικό χαρακτήρα που -παρά τις πιέσεις- έχει διατηρήσει μέχρι σήμερα εξαιρετικές ποιότητες τοπίου και οικοσυστημάτων, κάτι που αποδίδεται και στην παρέμβαση του επιστημονικού κόσμου, ιδιαίτερα του ΕΛΚΕΘΕ. Είναι βέβαια μία πεπερασμένη λωρίδα γης που χρήζει ιδιαίτερης προστασίας και σχεδιασμού.

Η ανάπτυξη του πολεοδομικού συγκροτήματος της Αθήνας εξελίχθηκε με τέτοιο τρόπο ώστε η πόλη φαίνεται σαν να γυρίζει την πλάτη της στη θάλασσα, ενώ σχετικά πρόσφατα η τάση αυτή έγινε πιο έντονη καθώς έμφαση δόθηκε στις ζώνες γύρω από την Αττική Οδό και τα μεσόγεια. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι ακτές βρέθηκαν μακριά από αναπτυξιακές πιέσεις. Κάθε άλλο. Πλήθος από αποσπασματικές χωροθετήσεις δημόσιων και ιδιωτικών χρήσεων έχουν κατακερματίσει την ακτογραμμή του Σαρωνικού, ενώ οι σχεδιασμοί για τα ολυμπιακά έργα επιδείνωσαν ακόμα περισσότερο τη σχέση της Αθήνας με τη θάλασσα. Έτσι σήμερα οι ακτές του Σαρωνικού συγκεντρώνουν ένα σύνθετο πλέγμα υπερτοπικών χρήσεων τουρισμού, αναψυχής, μεταφορών και βιομηχανίας στη δυτική κυρίως πλευρά προς την Ελευσίνα και τον Ασπρόπυργο. Και το μεγάλο ερώτημα είναι πώς θα μπορέσουμε να απαλλάξουμε αυτή την πολύτιμη λωρίδα γης από νέους κατακερματισμούς ή από υπό εξέλιξη περιφράξεις, διασφαλίζοντας την πρόσβαση όλων των πολιτών του λεκανοπεδίου στο παράκτιο μέτωπο και τις παραλίες.

Ο/τ.: Τη μνημονιακή περίοδο είχε γίνει πολύ συζήτηση για την «αθηναϊκή ριβιέρα» και την προώθηση μεγάλων επενδύσεων στο παράκτιο μέτωπο. Τι θα σήμαινε αυτό για τις ακτές της Αττικής;

Γ.Π.: Τα τελευταία χρόνια υιοθετήθηκε μία τελείως λάθος πολιτική επιλογή για το παράκτιο μέτωπο. Προωθήθηκαν διαδικασίες που ενθάρρυναν την υπερδόμηση και την υπερανάπτυξη δημόσιων και ιδιωτικών ακινήτων κατά μήκος του θαλάσσιου μετώπου. Κομβικής σημασίας ήταν άλλωστε η σύσταση της εταιρείας «Αττικό Παράκτιο μέτωπο ΑΕ», που ευτυχώς πρόσφατα καταργήθηκε. Θα λέγαμε ότι διαμορφώθηκε μία πολιτική για την ανάπτυξη των ακτών που δεν βασιζόταν σε καμία επιστημονική γνώση για το χώρο και τις ιδιαιτερότητές του και παράλληλα αγνοούσε την πολεοδομική σημασία του για τη μητροπολιτική Αθήνα. Αλήθεια, με βάση ποιο γενικό στρατηγικό σχέδιο – masterplan τεκμηριώθηκε αυτή η προσέγγιση; Σίγουρα δεν ήταν στη λογική των προτάσεων που κατατέθηκαν το 2012 στα πλαίσια του ‘Ρυθμιστικού Σχεδίου Αθήνα/Αττική 2020’.

Αυτό που καλλιεργήθηκε ήταν η δημιουργία εργαλείων για την παραγωγή υπεραξιών. Η πίεση για την κατασκευή ενός νέου λιμένα κρουαζιέρας είτε στον Φαληρικό Όρμο, είτε στο Ελληνικό είναι ενδεικτική αυτής της τάσης. Και οι συνέπειες από την υλοποίηση ενός τέτοιου έργου θα είναι ανυπολόγιστες για τον Σαρωνικό, καθώς θα αλλοιωνόταν οριστικά το φυσικό και αστικό τοπίο με την κατασκευή γιγαντιαίων υποδομών στο χερσαίο και το θαλάσσιο χώρο. Γενικά λοιπόν μία προσέγγιση με τέτοιο προσανατολισμό αγνοεί ότι ο χώρος των ακτών είναι πεπερασμένος και πρέπει να είναι προσβάσιμος από το σύνολο των κατοίκων.

Ο/τ.: Πώς φανταζόμαστε το μέλλον των ακτών του Σαρωνικού; Ποια πολεοδομικά εργαλεία και ποιες δομές διαχείρισης θα μπορούσαν να παίξουν καθοριστικό ρόλο σε αυτό;

Γ.Π.: Κατ’ αρχάς πρέπει να επισημανθεί ότι οι ακτές του Σαρωνικού δεν έχουν ενιαίο χαρακτήρα σε όλο τους το μήκος. μπορούμε να διακρίνουμε τρεις βασικές ζώνες. Το τμήμα από την Ελευσίνα έως τον Πειραιά, το πιο υποβαθμισμένο κομμάτι με λιμενικές και βιομηχανικές χρήσεις. Το τμήμα από το ΣΕΦ έως την Αγία μαρίνα Κρωπίας, δηλαδή το μέτωπο της πόλης προς τη θάλασσα, το οποίο και προστατεύεται από το γνωστό ΠΔ του 2004, ένα ιδιαίτερα χρήσιμο θεσμικό εργαλείο για την προστασία των ακτών, τον έλεγχο των υπερτοπικών χρήσεων και τη διαδημοτική συνεργασία στη διαχείριση των ακτών. Τέλος, το τμήμα από την Αγία μαρίνα Κρωπίας έως το Σούνιο, το οποίο παρά την εντατική ανάπτυξη παραθεριστικής και τουριστικής κατοικίας και την απουσία ενός θεσμικού πλαισίου προστασίας, παρουσιάζει υψηλής ποιότητας φυσικούς σχηματισμούς. Ανεξάρτητα από τις ιδιαιτερότητες των επιμέρους τμημάτων, είναι κρίσιμο να γίνει επεξεργασία ενός σχεδίου που θα αντιμετωπίζει τις ακτές της Αττικής, τόσο του Σαρωνικού όσο και του Ευβοϊκού, ως ενιαίες χωρικές ενότητες με ήπιες δραστηριότητες αναψυχής, πολιτισμού και θαλάσσιου ή χερσαίου αθλητισμού οι οποίες θα αναπτύσσονται με τη μορφή ενός συνεκτικού δικτύου ελεύθερων και ανοικτών χώρων. Ενός σχεδίου που θα αρθρώνεται με το μητροπολιτικό σχεδιασμό της Αττικής και θα δίνει ιδιαίτερη έμφαση σε ζητήματα προσβασιμότητας.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο είναι απαραίτητο να περιοριστούν σημαντικά οι μαρίνες και τα κάθε λογής κέντρα μαζικής αναψυχής και διασκέδασης. Όσα από αυτά απομείνουν στο παράκτιο μέτωπο οφείλουν να καταβάλλουν ανταποδοτικά τέλη που θα κατανέμονται σε όλους τους παράκτιους δήμους για περιβαλλοντικά έργα.

Ένα άλλο κρίσιμο θέμα είναι ο χαρακτήρας της λεωφόρου Ποσειδώνος η οποία με διαδοχικές επεμβάσεις τείνει να εξελιχθεί σε έναν κλειστό αυτοκινητόδρομο, συνιστώντας βασικό εμπόδιο για την πρόσβαση στη θάλασσα. Ας φανταστούμε όμως τη λεωφόρο Ποσειδώνος ως μία σύγχρονη αστική λεωφόρο, όπου συνυπάρχουν πεζοί, ποδήλατα, μμμ και ΙΧ…

Αυτό που εμφανίζεται ως μεγάλη πρόκληση σε μία τέτοια κατεύθυνση είναι το ποιος φορέας θα μπορούσε να αναλάβει τόσο το σχεδιασμό όσο και τη διαχείριση των ακτών. Κατά την άποψή μου μεγάλα ζητήματα μητροπολιτικού σχεδιασμού στην Αθήνα όπως αυτό οφείλουν να περάσουν στην αρμοδιότητα της περιφερειακής αυτοδιοίκησης, αλλά και στους δήμους με τη μορφή συμπράξεων δήμων ή διαδημοτικών συνεργασιών. Η ευρωπαϊκή εμπειρία για την εμπλοκή της τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού σε τέτοιου είδους ζητήματα είναι ιδιαίτερα πολύτιμη.

Ο/τ.: Και το Ελληνικό;

Γ.Π.: Το Ελληνικό σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να εξελιχθεί σε έναν υπερτοπικό πόλο που θα ανταγωνίζεται το κέντρο της Αθήνας. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να δημιουργηθεί σε αυτό μία νέα πόλη μέσα στην πόλη – όπως πρώτος πρότεινε ο Joseph Acebillo. Άλλωστε από καμία επιστημονική ανάλυση δεν προκύπτει ότι χρειάζεται κάτι τέτοιο η πρωτεύουσα, την ώρα που εκτεταμένα τμήματα του κέντρου πόλης καταρρέουν πληθυσμιακά και οικονομικά. Το Ελληνικό είναι ένας χώρος μοναδικής σημασίας, τόσο για τους δήμους της νότιας Αθήνας, όσο και σε μητροπολιτικό επίπεδο. Δεν μπορεί παρά να δημιουργηθεί εκεί –έστω σταδιακά- ένα μητροπολιτικό πάρκο κυρίως πρασίνου, με χρήσεις ήπιου αθλητισμού, πολιτισμού και θαλάσσιας αναψυχής, που θα καλύπτει επίσης κάποιες τοπικές ανάγκες σε εκπαίδευση, κοινωφελείς εξυπηρετήσεις και αστικές υποδομές, κυρίως μέσα από επαναχρησιμοποίηση των πιο αξιόλογων κτιρίων. Δεν αποκλείω και την ύπαρξη κατοικίας σε περιορισμένη έκταση, με στόχο την ενίσχυση της πολυλειτουργικότητας του χώρου αλλά και την κάλυψη του κόστους που θα προκύψει για τη δημιουργία και συντήρηση του κοινόχρηστου πάρκου.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ