Η παραλία και τα σαράντα κύµατα

Το ένα µετά το άλλο κατατίθενται τους τελευταίους µήνες στη Βουλή, κατεπείγοντα πάντα, τα νοµοσχέδια για τον αναπτυξιακό και για το φυσικό σχεδιασµό. Αποφάσεις µε µακροπρόθεσµο, από τη φύση τους, ορίζοντα που όµως στοιχίζονται ρητά στο «εκάστοτε» µεσοπρόθεσµο πρόγραµµα δηµοσιονοµικής προσαρµογής. Ανατροπές της λογικής και των προτεραιοτήτων του σχεδιασµού, αλλαγές των διοικητικών αρµοδιοτήτων, φωτογραφικές διατάξεις και ύποπτες τροπολογίες. Συστηµατική κατεδάφιση του νοµικού πολιτισµού και της συνταγµατικής τάξης της χώρας µε τα «έξυπνα όπλα» που χαλκεύονται από λοµπίστες, εταιρείες συµβούλων και ακαδηµαϊκούς µε παρελθόν, στον πόλεµο εναντίον όλων για την εκπλήρωση των δικών τους «µνηµονιακών υποχρεώσεων». Στα γρήγορα και στα σκοτεινά, στους γκρίζους χώρους όπου αποφασίζουν ένα µέλλον που δεν ανήκει σε όλους µας.

Περνούν όλα. Όσο πιο µεγάλο είναι το διακύβευµα, τόσο µεγαλώνει και η κώφωση της κυβερνητικής πλειοψηφίας στον κοινοβουλευτικό διάλογο. Σχεδόν τελετουργικές έχουν γίνει πια οι διαµαρτυρίες των πολεοδόµων και των αρχιτεκτόνων, των επαγγελµατικών ενώσεων, των εξειδικευµένων αρθρογράφων. Προσχηµατική και πάντα συνοπτική η διαβούλευση. Στο διαδίκτυο βέβαια. Για να ξεχάσουµε ότι η δηµοκρατία απαιτεί ενσώµατη και συντεταγµένη συµµετοχή, όχι τους µοναχικούς σχολιαστές ιστοτόπων, όχι την προβληµατική του καφενέ «τι θάκανα αν ήµουν πρωθυπουργός για µια µέρα». Για να ξεχάσουµε ότι η δηµοκρατία ασκείται από πολίτες που αναγνωρίζουν τον εαυτό τους σε συλλογικότητες κι αυτές έχουν δικούς τους τόπους και τρόπους και χρόνους διαπραγµάτευσης της γνώµης, της επιθυµίας και του συµφέροντος, χρειάζονται και παράγουν υπεύθυνη πληροφορία κι όχι στάχτη στα µάτια, χρειάζονται κι αναζητούν προοπτική γι’ αυτούς εδώ τους ανθρώπους και τα παιδιά τους, όχι την έντροµη αίσθηση του αναπότρεπτου, την αποδοχή της σπάνης και της ανηµπόριας, χρειάζονται και αναζητούν επιλογές εδώ και τώρα, όχι προαποφασισµένους µονοδρόµους.

Οι πολίτες σιωπούν όσο αποκλείονται, όσο τροµοκρατούνται από τη βεβαιότητα ότι δεν έχουν λόγο σ’ αυτό που αφορά τους ειδικούς της πολιτικής και της επιστήµης, στο σχεδιασµό σαν διοικητικό πρωτόκολλο, σαν ευκαιρία για παζάρι και σαν µέσο κολασµού. Κι ωστόσο, οι παραλίες έκαναν τη διαφορά, µε µια όσο ποτέ εκκωφαντική έκφραση της κοινής γνώµης, µε συζητήσεις και εκδηλώσεις, µε διάλογο τόσο πλούσιο σε συνεισφορές, σε ιδέες και αξιώσεις που τρόµαξε αυτούς που «δε λογαριάζουν το πολιτικό κόστο»” τόσο ώστε να µην επιβαρύνουν το προεκλογικό κλίµα καταθέτοντας το νοµοσχέδιο, παρά τη σκανδαλωδώς ασφυκτική προθεσµία διαβούλευσης.

Δεν νοµίζω ότι ήταν το περιβαλλοντικό διακύβευµα, µόλο που το θέµα σηκώθηκε πρώτα από τους πολεοδόµους και τις περιβαλλοντικές οργανώσεις. Η κοινή γνώµη αντέδρασε όπως είχε γίνει και τότε µε την ΕΡΤ, αναγνωρίζοντας ότι παίζεται κάτι που αφορά την καθηµερινή εµπειρία των ανθρώπων, τις πολύτιµες λίγες µέρες ξεκούρασης τον Αύγουστο, τις παιδικές τους αναµνήσεις από το πρώτο µπάνιο µε τον πατέρα σ’ εκείνη την αµµουδιά που δεν αναγνωρίζουν πια, από το ταπεινό αυθαίρετο στη Νέα Μάκρη, τη σωµατική εµπειρία της θάλασσας και του ανοιχτού ορίζοντα, τα πρώτα ραντεβού, τα φυλαγµένα βαθιά µέσα στην καρδιά τους έναστρα βράδια της φοιτητικής ζωής, τα καράβια για τα νησιά, το βαθύ µπλε του Αιγαίου από το ύψος ενός ξωκλησιού µέσα στην ξεραΐλα µε τον καλοκαιρινό αέρα να σφυρίζει. Η προγραµµατισµένη εκχώρηση ενός χώρου που είναι τόπος της ζωής όλων µας, που συνδέεται µε τις λιγοστές υλικές εκφράσεις της απόλαυσης, αυτό µας έκανε να καταλάβουµε ότι µας αφορά ο σχεδιασµός του χώρου, να καταλάβουµε τι παίζεται πίσω από την πλάτη µας.

Ίσως δεν είναι απαραίτητο να πω ακόµα µια φορά τι παίζεται, να µιλήσω για την προτεραιότητα που δίνεται στις µεγάλες τουριστικές και βιοµηχανικές επενδύσεις, για την εκχώρηση των δηµόσιων κτηµάτων, για το τι σηµαίνει για τη δηµοκρατία να καταργείς το κοινόχρηστο του πιο συγκλονιστικού φυσικού πόρου, ειδικά στην Ελλάδα. Θάπρεπε τότε να µιλήσω και για το ζήτηµα της συλλογικής ιδιοπροσωπείας, για το ζήτηµα της φαντασιακής πρόσληψης της ιστορίας και του µέλλοντος του τόπου µας σε συνάρτηση µε τον τρόπο που διαχειριζόµαστε και ζούµε από κοινού τον οριακό χώρο ανάµεσα στο στεριανό και το υδάτινο στοιχείο – στα «επιστηµονικά» αναπτυξιακό πλεονέκτηµα θα τόλεγα. Αξίζει όµως να αναφερθώ σε µια σκέψη που µου εµπιστεύτηκε αγαπηµένη συνάδελφος, η Μαρία Καλατζοπούλου: Την ίδια στιγµή που τέτοιες ρυθµίσεις φωτογραφίζουν τους προνοµιούχους παραλήπτες, στρώνοντας το δρόµο για εγκάρδια συνεννόηση ανάµεσα σε κυβερνητικά επιτελεία και µεγάλα συµφέροντα, κλείνουν το µάτι µε νόηµα και σε κάθε λογής µικροσυµφέροντα. Υποκλίνονται σ’ όλους τους αντικοινωνικούς συµβιβασµούς που επέβαλε στον καθένα µας χρόνια πολλά το πελατειακό κράτος, χρόνια πολλά παραιτηµένο από την ευθύνη του για τη στέγη, τη δουλειά, την αναψυχή και την ασφάλεια των µη προνοµιούχων, χρόνια πολλά συνδαυλίζοντας για δικό του όφελος την άνοµη ελπίδα του αδύναµου για ατοµική διαφυγή προς ότι του υποσχέθηκαν σαν κοινωνική ανέλιξη. Τώρα που ακόµα και η επιβίωση γίνεται αβέβαιη, τώρα που αυτή η ελπίδα γίνεται βραχνάς, το ίδιο κράτος µας την πετάει κατά πρόσωπο. Μια κι έχεις ευθύνες, µας λέει, για τη λεηλασία της φύσης και για την καταστροφή των ακτών, πρέπει να συµµετάσχεις στην προσπάθεια για την αξιοποίησή τους, µε το αζηµίωτο. Μας αφήνουν όλους µε δόλο να πιστέψουµε ότι θάχουµε θέση στο τραπέζι, θα περισσέψει κάτι και για µας από την ανάπτυξη, θα νοµιµοποιήσουµε κάποτε το σπιτάκι µέσα στο χειµέριο κύµα, θα στήσουµε κι εµείς την παράνοµη καντίνα µας ή τις ξαπλώστρες µας, τη µια πάνω στην άλλη, εκεί που είναι πιο πολλές από τα βότσαλα οι γόπες, εκεί που η µυρωδιά του αντηλιακού καλύπτει τη θαλασσινή αύρα.

Μπορεί ένα πολυτελές ξενοδοχείο να κρατά κλειστή την πιο όµορφη παραλία της Αττικής µαζί µ’ ένα από τους µείζονες αρχαιολογικούς χώρους της κι ένα άλλο πολυτελές ξενοδοχείο, µε την υπογραφή πρωτοπόρων αρχιτεκτόνων, να κατέλαβε το µισό αρχαίο φρούριο της Ακροναυπλίας, γκρεµίζοντας τον προµαχώνα Γκριµάλντι. Όµως είναι από το δικό µας αίµα οι εσωτερικοί µετανάστες που, µε το µικρό απόθεµα από την οικογενειακή επιχείρηση, έστησαν µια θάλασσα από αυθαίρετα στις µοναδικές αµµοθίνες της Λούτσας. Ποιος θυµάται τα κρίνα της άµµου που φύτρωναν κάποτε εκεί; Είναι δικό µας αίµα οι βιοπαλαιστές που στρίµωξαν τα αποκρουστικά «τουριστικά δωµάτια» και τα ταβερνάκια της σαιζόν των δύο µηνών σε νησιωτικά ακρογιάλια µέχρι χτες ανεξερεύνητα. Για να συµπληρώσουν το µισερό εισόδηµα και νάχουν κάτι για τα γεράµατα. Είναι δικό µας αίµα οι υπάλληλοι που επένδυσαν το µισθό τους σε απόµακρα οικοπεδάκια χωρίς υποδοµές και σε οικοδοµικούς συνεταιρισµούς χωρίς τίτλους σε δασικές περιοχές. Με την ελπίδα ότι «κάποτε θα πάρει αξία», αρκεί κάποιος βουλευτής να το σπρώξει. Με τον τρόπο που ένα διεφθαρµένο κράτος οφείλει, για να υπάρξει, να διαφθείρει και τη λαϊκή συνείδηση και το καλό γούστο, να κάνει τους ανθρώπους συνένοχους στη δική του απληστία, συνένοχους στον ευτελισµό της καθηµερινότητας και στην υποθήκευση του µέλλοντός τους.

Όταν από την αριστερά διατυπώνεται η αξίωση για τη συγκρότηση µιας πολιτικής προστασίας των παράκτιων οικοσυστηµάτων (κοινοτική πολιτική), µιας πολιτικής αποκατάστασης του τοπίου των ακτών (προωθείται από τον ΟΗΕ), µιας πολιτικής διαχείρισης των κινδύνων που απειλούν τις παραλίες από την κλιµατική αλλαγή (συνοµολογείται σε διεθνείς συµβάσεις), µιας πολιτικής αποκατάστασης του κοινόχρηστου χαρακτήρα του αιγιαλού (το απαιτεί η βασική νοµοθεσία του ελληνικού κράτους από την επαύριο της ανεξαρτησίας) τότε µας ρωτούν τι προτιµάµε. Τη συντελεσµένη από τη λαϊκή αυτοστέγαση καταστροφή ή την υψηλή αισθητική και την καθαριότητα ενός resort µε κηπουρό και µε ελεγχόµενη είσοδο; Τον χωρίς κανόνες ανταγωνισµό των µικρο-επαγγελµατιών, ή την εταιρική ευθύνη µιας πολυεθνικής φίρµας;

Φτηνά κόλπα. Μπορούµε να σχεδιάσουµε και µπορούµε να ονειρευτούµε µελέτες ανάπλασης των περιοχών αυθαιρέτων που θα σέβονται και θα δίνουν νέα αξία στη φύση και στο δηµόσιο χώρο και θα τιµούν τον κόπο και τις προσδοκίες των ανθρώπων για απόλαυση και για δουλειά. Μπορούµε να ποντάρουµε σε µια µελετηµένη διαβάθµιση των επιχειρηµατικών µεγεθών, στην ενίσχυση της µικρής επιχειρηµατικότητας, σε τουριστικούς συνεταιρισµούς λαϊκής βάσης που δεν θα χρειάζονται τα µονοπώλια για να είναι βιώσιµοι, στην καινοτοµία που θα παράγεται από δικούς µας επιστήµονες και δηµιουργικούς ανθρώπους, µέσα στο διεθνή διάλογο. Μπορούµε να µελετήσουµε οριζόντιες δικτυώσεις και συνέργειες σε τοπική βάση που, µαζί µε τον τουρισµό, να δίνουν άλλη προοπτική και στην αγροτική και στην πολιτιστική παραγωγή και στη βιοτεχνία. Πάνω απ’ όλα όµως µπορούµε και οφείλουµε να παράγουµε ήθος και αισθητική, µορφές απόλαυσης και µορφές αλληλοσεβασµού που δεν µπορούν να υπάρξουν όταν οι άνθρωποι είναι κυνηγηµένοι, τρόπους να ζούµε τον κόσµο που δεν µπορούµε να τους ανακαλύψουµε όταν σπρωχνόµαστε στο περιθώριο.

Η τουριστική βιοµηχανία θέλει τους παραγωγούς της να εξαπατούν και τους πελάτες της να ζουν µε υποκατάστατα. Να τους περιποιούνται σαν πλούσιους, να χαζεύουν σκηνοθετηµένα τοπία που είναι σαν αληθινά, να χαλαρώνουν σαν να µην έχουν έννοιες. Η τουριστική βιοµηχανία µας κατασκευάζει σαν πλάσµατα που προσφέρουν τον εαυτό τους σε θέα, σ’ ένα τυφλό βλέµµα που κατευθύνεται µόνο σ’ ό,τι έχει δει από πριν, σ’ ότι κάποια άλλα µάτια, κάποιος φωτογραφικός φακός µε φίλτρο, έχει δει για λογαριασµό του. Μας κατασκευάζει σαν πλάσµατα που κοιτάζουν χωρίς ν’ αγγίζουν, µιλούν χωρίς να επικοινωνούν, βαδίζουν χωρίς να διασταυρώνονται. Αν όµως στην Ελλάδα θέλουµε να ζήσουµε από τον τουρισµό δεν πρέπει να του προσφέρουµε την ψυχή µας, να του εκχωρήσουµε τη φύση που είναι η κληρονοµιά µας, να σκηνοθετήσουµε τη ζωή µας για χάρη του. Γιατί αυτό δεν έχει µέλλον για µας. Γιατί αυτό θα εξακολουθήσει να µας λεηλατεί και να µας διώχνει. Πρέπει να µπορούµε να διαλέγουµε αυτό που θα µοιραστούµε και να το µοιραζόµαστε µε αξιοπρέπεια. Αλλά γι’ αυτό θέλουµε δρόµο, σοφία κι εµπιστοσύνη. Θέλουµε µια άλλη πολιτική.

ΜαρΙα ΜΑρκου

Λέκτορας Πολεοδοµίας ΕΜΠ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ