βιώνοντας την κρίση «πίσω απ’ το βουνό» όψεις της τουριστικής ανάπτυξης στο Ζαγόρι

«Το Ζαγόρι είναι γραφή δύσκολη, δεν προσφέρεται για ερμηνείες πρόχειρες. Για να καταλάβεις πρέπει να το δεις από πολλές μεριές. Χρειάζεται ν’ ανεβείς στις βουνοκορφές του, ν’ αφήσεις το μάτι να πλανηθεί στην άπλα του ορίζοντα, κάπου θ’ αγγίξει και τη γαλάζια θάλασσα, για να προσδιορίσεις έτσι το γεωγραφικό στίγμα και τα περιγράμματα της μορφής του, διαφορετικά κάθε φορά που αλλάζεις σκοπιά θεώρησης. Να περπατήσεις ύστερα στους βατούς δρόμους και να σκαρφαλώσεις σ’ απόκρημνες πλαγιές, να γευτείς τις κρυφές χαρές της παρθένας φύσης, σπάνια απόλαυση στην εποχή μας. Να σεργιανίσεις στα έρημα καλντερίμια των χωριών του, με συντροφιά τις μνήμες των ανθρώπων, για να πιάσεις τον παλμό μιας εποχής που χάθηκε, χωρίς ελπίδα επιστροφής. Να καταδυθείς στα έγκατα της ιστορίας για ν’ ανασύρεις απ’ εκεί θησαυρούς αρίφνητους – τι σοφία, τι παιδεία, τι μορφές πολιτισμού και κανόνες ζωής, ατομικής και ομαδικής, μένουν ακόμα εκεί, καταχωνιασμένοι – και ν’ αφουγκραστείς τις μυστικές κλήσεις της γης που κρατούσε κοντά της, σε παλιούς καιρούς τους ανθρώπους δεμένες μαζί της ως [το] θάνατο, έτσι που να ξεκινούν από τα πέρατα του κόσμου για ν’ αναπάψουν το κορμί τους στην αγκαλιά της».

Το παραπάνω απόσπασμα από το έργο του παλιού δασκάλου και λόγιου από τη Βίτσα του Ζαγορίου Ιωάννη Νικολαΐδη, Ζαγόρι. Δοκίμιο Ανθρωπογεωγραφίας, θα μπορούσε να είναι η επιτομή της σχέσης ανάμεσα στον τόπο και τον τουρίστα στο Ζαγόρι, στον τόπο ‘πίσω από το βουνό’: μια σχέση «διαπροσωπική» (ας σημειώσουμε το β΄ ενικό πρόσωπο) με το φυσικό και το δομημένο περιβάλλον της περιοχής και την ιστορία του, κι επιπλέον μια σχέση ενεργητική, παραγωγική, όπου η «τουριστική απόλαυση» προκύπτει με «κόπο», τον κόπο που οφείλει ο εκάστοτε επισκέπτης να καταβάλει προκειμένου να θεμελιώσει μια σχέση ισοτιμίας με το υπό επίσκεψη τοπίο. Οι συνθήκες, ωστόσο, με τις οποίες διενεργείται η τουριστική δραστηριότητα στο Ζαγόρι τα τελευταία χρόνια δεν ευνοούν καθόλου τη διαμόρφωση μιας τέτοιας σχέσης, και η υπαιτιότητα είναι αμφίπλευρη, και του τόπου και του επισκέπτη. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά.

Ο τουρισμός στο Ζαγόρι γεννήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1960, όταν για πρώτη φορά εμφανίστηκαν στο μονοδένδρι Γάλλοι τουρίστες από το Club Meditterané της Κέρκυρας, προκειμένου να επισκεφθούν την περίφημη χαράδρα του Βίκου. Ελλείψει καταλυμάτων, οι Γάλλοι τουρίστες φιλοξενήθηκαν σε σπίτια χωρικών, οι τελευταίοι επιζώντες από τους οποίους αφηγούνται διάφορα χαριτωμένα στιγμιότυπα από τη συνύπαρξη αυτή. Ήταν η εποχή που μια παρέα νεαρών τότε ανθρώπων επιχειρούσε να βγάλει το χωριό από την αφάνεια και τη μεταπολεμική μιζέρια, ποντάροντας στη μεγαλειώδη φύση της χαράδρας. Πέρασαν αρκετά χρόνια, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980, ώσπου να συστηματοποιηθεί μια στοιχειώδης τουριστική υποδομή για την υποδοχή των επισκεπτών της χαράδρας, τόσο στο μονοδένδρι όσο και στο Πάπιγκο, το δεύτερο χωριό που άρχισε να αξιοποιεί δειλά – δειλά την εγγύτητά του με τη χαράδρα. Την ίδια εποχή, στο πλαίσιο του Κέντρου Ερευνών Ζαγορίου που είχε από τις αρχές τις δεκαετίας συσταθεί με έδρα τους Κήπους, άρχισαν να εφαρμόζονται τα πρώτα «εναλλακτικά» προγράμματα τουρισμού με τη φιλοξενία νέων απ’ όλο τον κόσμο που έπαιρναν μέρος σε προγράμματα εθελοντικής εργασίας που αφορούσαν την αποκατάσταση καλντεριμιών κ.λπ. σε διάφορα χωριά.

Η «ρομαντική» αυτή φάση του τουρισμού στο Ζαγόρι έληξε άδοξα, στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν άρχισε με την αξιοποίηση του ξένου εργατικού δυναμικού η μαζική ανέγερση ξενώνων τόσο στους καθιερωμένους προορισμούς, το μονοδένδρι και το Πάπιγκο, όσο και στα χωριά – δορυφόρους τους, τη Βίτσα, τα Άνω Πεδινά, την Ελάτη, την Αρίστη κ.ο.κ. αλλά και νέους προορισμούς όπως οι Κήποι, το Καπέσοβο και το Τσεπέλοβο. Πρόκειται για επενδύσεις τόσο επιδοτούμενες στο πλαίσιο του περίφημου «αγροτουρισμού» που αφορούσαν κτηνοτρόφους της περιοχής, κυρίως Σαρακατσάνους, όσο και μη Ζαγορίσιων επιχειρηματιών του τουρισμού που έβλεπαν ένα διαρκώς διογκούμενο ρεύμα τουριστών να κατευθύνεται προς το Ζαγόρι. Σήμερα, σύμφωνα με στοιχεία του Δήμου Ζαγορίου, στο Ζαγόρι των 1.600 περίπου μόνιμων κατοίκων, λειτουργούν περισσότεροι από 180 ξενώνες και 200 καταστήματα εστίασης και τουριστικής εξυπηρέτησης, που βρίσκονται πλέον σχεδόν σε κάθε χωριό. Η χρονιά με τη μαζικότερη επισκεψιμότητα φαίνεται πως ήταν το 2009 -χρονιά έναρξης λειτουργίας και της Εγνατίας Οδού- όταν, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των δημοτικών αρχών, επισκέφθηκαν ή διανυκτέρευσαν στο Ζαγόρι περί τους 400.000 επισκέπτες, Έλληνες και ξένοι.

Ωστόσο, η τουριστική κίνηση στο Ζαγόρι δεν αφορά το σύνολό του. Στο ανατολικό Ζαγόρι, για παράδειγμα, η τουριστική κίνηση είναι σχεδόν ανύπαρκτη ή αφορά πολύ ειδικές ομάδες τουριστών που είναι εξοικειωμένοι με συγκεκριμένες εναλλακτικές τουριστικές πρακτικές του δάσους, ενώ από τα χωριά που βρίσκονται στο νότιο τμήμα του Ζαγορίου, στους βόρειους δηλαδή πρόποδες του όρους μιτσικέλι, τα «Ριζά», το μόνο που παρουσιάζει αξιοσημείωτη κίνηση είναι η Ελάτη, λόγω της εγγύτητάς της με το μονοδένδρι και τη χαράδρα του Βίκου. Τα υπόλοιπα χωριά έχουν έναν περιορισμένο αγροτικό χαρακτήρα, ενώ το χειμώνα είναι σχεδόν ακατοίκητα ή κατοικούνται από συνταξιούχους και απόμαχους.

Οι λόγοι για την επιλεκτική αυτή τουριστική κίνηση δε σχετίζονται μόνο με την ελκυστικότητα των χωριών του κεντρικού Ζαγορίου λόγω της χαράδρας του Βίκου. Έχουν επίσης να κάνουν με το κακό και κακοσυντηρημένο οδικό δίκτυο των υπόλοιπων χωριών αλλά κυρίως με την εικόνα που παρουσιάζουν οι περισσότεροι από τους οικισμούς αυτούς: πρόκειται στην πλειονότητά τους για τα καμένα από τα ναζιστικά στρατεύματα χωριά το καλοκαίρι του 1943, μια καταστροφή που δεν αποκαταστάθηκε ποτέ επί της ουσίας, ειδικά ως προς το ζήτημα της αισθητικής του δομημένου χώρου. Τα χωριά αυτά δε «χωρούν» στο πλαίσιο της τουριστικής ρητορικής για το Ζαγόρι, αφού ούτε η «φύση» (δεν έχουν πρόσβαση στη χαράδρα του Βίκου) ούτε η «παράδοση» (η ιστορική αρχιτεκτονική τους εικόνα έχει καταστραφεί) είναι «αξιοποιήσιμες».

Αυτή η μη ισορροπημένη ιστορική «κληρονομιά» της δεκαετίας του 1940 για το Ζαγόρι ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο από μια στρεβλή αντίληψη περί τουρισμού που κυριάρχησε στην περιοχή τα τελευταία 20-25 χρόνια: η έλλειψη χωροταξικού σχεδιασμού, η μετατροπή των αρχιτεκτονικά απείραχτων οικισμών για περισσότερα από 150 χρόνια σε «παραδοσιακούς» με την «αποκατάσταση» καλντεριμιών, πλατειών και όψεων κτιρίων με εξαιρετικά αμφίβολα αποτελέσματα, η μαζική στροφή στην τουριστική «βιομηχανία» που τείνει να γίνει μονοκαλλιέργεια και κυρίως η επιδίωξη άλλοτε της μαζικοποίησης του τουριστικού ρεύματος (προς συγκεκριμένους προορισμούς χωρίς κανενός είδους σχεδιασμό για τη διαχείριση αυτού του μαζικού τουριστικού ρεύματος) κι άλλοτε ενός τουρισμού «υψηλής εισοδηματικής τάξης» μετέτρεψαν την τουριστική δραστηριότητα σε οπτική -και όχι μόνο- κατανάλωση: το αδηφάγο «τουριστικό βλέμμα» διαμορφώνει όλο και περισσότερο το Ζαγόρι σ’ ένα τόπο «προσδοκίας τριήμερης απόδρασης» με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Το (τουριστικό) Ζαγόρι βιώνει σήμερα την «κρίση» των επιλογών της κεντρικής και τοπικής εξουσίας αλλά και των δικών του επιλογών, της αδυναμίας της ίδιας της κοινωνίας του να ανασυγκροτηθεί παραγωγικά ώστε να αποκαταστήσει τις αρρυθμίες του μεταπολεμικού του παρελθόντος. Ο τουρισμός εξακολουθεί να είναι η πιο δυναμική δραστηριότητα, αλλά οι περισσότερες από τις επιχειρήσεις καρκινοβατούν όχι μόνο από τη δραματική μείωση των επισκεπτών αλλά κυρίως από την αδυναμία τους να επανατοποθετήσουν το «προϊόν» σε μια ισορροπημένη βάση: η ενίσχυση και πιστοποίηση της ποιοτικής τοπικής αγροτικής παραγωγής και η σύνδεσή της με την τοπική γαστρονομία, η σύνδεση του μαθητικού τουρισμού με συγκεκριμένα εκπαιδευτικά προγράμματα (τοπική αρχιτεκτονική, νερό, δάσος, γαιοπάρκα, βότανα, αγροτική εκπαίδευση κλπ.) και η διαμόρφωση ενός «εναλλακτικού τουρισμού» που δε θα εξαντλείται στην επινόηση όλο και πιο «extreme» δραστηριοτήτων αλλά θα ενεργοποιεί την αμοιβαιότητα ντόπιων και επισκεπτών είναι μερικές ιδέες προς αυτή την κατεύθυνση.

Η διαμόρφωση, πάλι, μια «εναλλακτικής» ρητορικής που θα εξαντλείται στο σχεδιασμό για την κατανάλωση των εναπομεινάντων ευρωπαϊκών προγραμμάτων είναι ένας ακόμη κίνδυνος. Το στοίχημα όμως πρέπει να κερδηθεί, γιατί η αξιοπρέπεια του τόπου -κάθε τόπου, με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του- είναι αδιαπραγμάτευτη.

Βασίλης Δαλκαβούκης
Επίκουρος Καθηγητής ΔΠΘ,
Δημοτικός σύμβουλος του Δήμου Ζαγορίου

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ