5 + 1 σκέψεις για την παραγωγή και κατανάλωση βιολογικών προϊόντων στην Ελλάδα

Η ΑΡΧΗ Τριάντα χρόνια περάσανε από τις πρώτες προσπάθειες παραγωγής βιολογικών προιόντων στην Ελλάδα. Το 1983 στο Αίγιο, ο ΕΑΣ Αιγιαλείας παράγει τη πρώτη ελληνική βιολογική κορινθιακή σταφίδα ενώ, λίγο αργότερα, το 1985 στη μάνη ο Αυστριακός Blauel οργανώνει τη παραγωγή ελαιολάδου με βιολογικές μεθόδους. Σιγά σιγά και σταθερά η παραγωγή αναπτύσσεται, ιδρύονται οι πρώτοι οργανισμοί πιστοποίησης (Βιοελλάς, ΔΗΩ και Φυσιολογική) και παίρνει σάρκα και οστά μια μικρή αλλά διαρκώς ανερχόμενη εσωτερική αγορά βιολογικών προιόντων.

ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ: ΜΗΝ ΠΥΡΟΒΟΛΕΙΤΕ! Με τη πάροδο του χρόνου, την εικοσαετία 1990- 2010, δημιουργείται μια όλο και αυξανόμενη ζήτηση για βιολογικά προιόντα από τα πιο δυναμικά κομμάτια του καταναλωτικού κοινού. Η ζήτηση αυτή καλύπτεται- κυρίως στα μεταποιημένα προιόντα- από εισαγωγές από Γερμανία, Ιταλία , Ολλανδία και άλλες χώρες. Δε θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά καθώς η ελληνική παραγωγή βιολογικών αφορά ελάχιστα απλά προιόντα όπως ελαιόλαδο, σταφίδα και κάποια κηπευτικά και όσπρια. Ειδικά τα πρώτα χρόνια αυτής της περιόδου λείπουν παντελώς από την αγορά βασικές κατηγορίες ελληνικών βιολογικών ειδών όπως ζυμαρικά,ρύζι, γαλακτοκομικά, τυριά, αυγά, μέλι, δημητριακά και εν γένει μεταποιημένα προιόντα. Οι όποιες μικρές ελληνικές προσπάθειες υπολείπονται τόσο σε ποιότητα όσο και σε ανταγωνιστική τιμή των εισαγόμενων. Από την άλλη, τα εισαγόμενα βιολογικά επέτρεψαν στους καταναλωτές να έχουν στη διάθεσή τους μια ευρεία γκάμα προιόντων και έθεσαν στους Ελληνες παραγωγούς- μεταποιητές το στόχο ποιότητας- τιμής που πρέπει να φτάσουν.

ΕΞΑΓΩΓΙΚΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ή ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ; ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΗΣ ΙΤΑΛΙΑΣ Τη δεκαετία του 1970, η Γερμανία είναι ήδη μια αγορά που ζητάει βιολογικά προιόντα από το εξωτερικό, τα οποία η παραγωγή της δε μπορεί να καλύψει. Το κενό σε ζυμαρικά, ελαιόλαδο, ρύζι, τομάτα και τοματοειδή αναλαμβάνει να καλύψει η γειτονική Ιταλία που αναπτύσσει μια ρωμαλέα βιολογική παραγωγή σε αυτά τα είδη, εξάγοντάς τα στη ‘’διψασμένη’’ μεγάλη Γερμανική αγορά. Παρότι οι Ιταλοί παρήγαγαν πολλά βιολογικά προιόντα, χρειάστηκε να περάσουν δύο δεκαετίες μέχρι να αναπτυχθεί η δική τους εσωτερική αγορά τη δεκαετία του ‘90. Ακριβώς λόγω της μεγέθυνσης της παραγωγής των προηγούμενων ετών, τα ιταλικά βιολογικά έφθασαν στον Ιταλό καταναλωτή σε πολύ ανταγωνιστικές τιμές και αυτό βοήθησε στο σοβαρό άνοιγμα και της εσωτερικής ιταλικής αγοράς. Εν προκειμένω, ο εξαγωγικός προσανατολισμός έριξε τα κόστη της παραγωγής και δημιούργησε φθηνότερα προιόντα και για τους ντόπιους καταναλωτές.

ΑΠΟ ΤΟΥΣ ‘’ΧΙΠΠΙΔΕΣ’’ ΣΤΟΥΣ SALES MANAGERS ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΠΙΣΩ Στην αρχή παλεύουν, οργανώνονται, παράγουν και πωλούν βιολογικά προιόντα ολίγοι “γραφικοί”. Σιγά σιγά, όσο αυξάνεται η ζήτηση, δημιουργούνται μεγαλύτερα κανάλια διακίνησης και πώλησης , οι λαικές αγορές πάνε σε ολοένα πιο πολλές γειτονιές με πιο πολλούς πάγκους, ανοίγουν όλο και περισσότερα εξειδικευμένα καταστήματα, στο παιχνίδι μπαίνουν δειλά στην αρχή ορμητικά στη συνέχεια και τα σούπερ μάρκετ που φτιάχνουν βιολογικές γωνιές με όλο και πιο μεγάλη γκάμα προιόντων. Τα βιολογικά καταστήματα πολλαπλασιάζονται, μεγαλώνουν σε τετραγωνικά και δημιουργούνται κάποιες αλυσίδες καταστημάτων, ενώ κάποια βιολογικά μπορείς πια να βρεις και στο πιο μικρό μπακάλικο της πιο απομονωμένης επαρχίας. Οι εκθέσεις βιολογικών προιόντων από μικρά υπαίθρια παζάρια μετατρέπονται σε καθαρόαιμες μεσαίες- μεγάλες εμπορικές εκθέσεις και οι πρώην γραφικοί χίππυς κουρεύονται, βάζουν τα καλά τους και παίρνουν τις παραγγελίες τους στα laptop τους. Οι συνάξεις ελαχίστων μυημένων είναι πια ένα υπολογίσιμο ποσοστό της αγοράς τροφίμων με ετήσιες κλαδικές αναλύσεις και εκθέσεις, γραφήματα και έρευνες αγοράς από τα τμήματα μάρκετινγκ μεγάλων εταιριών και οικονομικών πανεπιστημίων. Η ζήτηση μεγεθύνεται και ταυτόγχρονα όμως διαφοροποιείται. Οσο η αγορά μαζικοποιείται, τόσο ξεπηδούν νέα προιόντα και υπηρεσίες για τους πιο απαιτητικούς: βιοδυναμικά, ομοιοδυναμικά, τοπικά, προιόντα δικαίου εμπορίου, απαστερίωτα γαλακτοκομικά προιόντα, καλάθια παραγωγών, χωρίς μεσάζοντες, επισκέψιμα αγροκτήματα, παραγωγή με παραδοσιακές ποικιλίες σπόρων, κολλεκτιβες και επιχειρήσεις κοινωνικής οικονομίας. Η κατανάλωση μεγαλώνει τόσο ώστε να δημιουργεί ένα κοινό και για μικρά εξειδικευμένα εγχειρήματα με πιο ποιοτικά χαρακτηριστικά που σε άλλες εποχές θα ήταν απολύτως μη βιώσιμα.

ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΕΙΣ «ΦΥΛΕΣ» ΤΩΝ ΒΙΟΛΟΓΙΚΩΝ Από την εμπειρία μου, και φυσικά γνωρίζοντας την αλληλοκάλυψη των κινήτρων, θα χώριζα τον πυρήνα των βιοκαταναλωτών σε τέσσερεις μεγάλες κατηγορίες:
1. Οι ‘’υγιεινιστές ‘’. Λιγότερο ή περισσότερο υποχόνδριοι, παραμένουν ένα μεγάλο κομμάτι της κατανάλωσης και σίγουρα τους αναγνωρίζω ότι μου έχουν δώσει κατά καιρούς πολύτιμες συμβουλές για την υγεία μου (ανάμεσα σε αρκετές υπερβολές)
2. Οι ‘’μερακλήδες”. Είναι οι άνθρωποι που δεν τους ενδιαφέρει τόσο η βιολογικότητα όσο η γεύση και η απόλαυση της τροφής. Ισως η πιο ισορροπημένη κατηγορία καταναλωτών. Αλλωστε η διακριτότητα της γεύσης θα έπρεπε να χαρακτηρίζει ούτως ή άλλως τα βιολογικά προιόντα.
3. Οι νέοι γονείς. Είναι αυτοί που προβληματίζονται για τη διατροφή λόγω της απόκτησης παιδιών.
4. Οι καταναλωτές που νοιάζονται για το ηθικό- περιβαλλοντικό αντίκτυπο των αγορών τους . Είναι πιο λίγοι από τους προηγούμενους, πλην όμως δυναμικοί και υπολογίσιμοι.
Η κατανάλωση της 2ης και της 3ης κατηγορίας μειώθηκε λόγω της κρίσης και της πτώσης των γεννήσεων. Παρόλα αυτά, οι πωλήσεις βιολογικών προιόντων εμφανίζουν αξιοσημείωτες αντοχές χωρίς φυσικά να απολαμβάνουν τους ρυθμούς αύξησης του παρελθόντος.

ΠΟΛΥ ΠΡΟΘΥΜΙΑ, ΛΙΓΗ ΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΚΡΑΤΙΚΗ ΑΡΩΓΗ Στην αρχή και για πολύ καιρό,το ελληνικό κράτος και η δημόσια διοίκηση- κεντρική ή αποκεντρωμένη- κρατούσε απολύτως εχθρική στάση απέναντι στη βιολογική γεωργία και τους φορείς της καθώς οι βιοκαλλιεργητές χαλούσαν τη σούπα της φαύλης σύνδεσης παλαιών κατεστημένων στον αγροτικό χώρο και του ελληνικού κράτους. Η στάση αυτή μετατράπηκε σιγά σιγά σε μια πιο ευμενή τοποθέτηση που παραμένει όμως στα λόγια και διανθίζεται με διάφορες πομφολύγες (‘’τα ελληνικά προιόντα να κυριαρχήσουν στις διεθνείς αγορές”- εμάς περιμένανε). Ενώ πολλαπλασιάζονται οι προσπάθειες κυρίως νέων ανθρώπων να παράξουν βιολογικά με τις όποιες γνώσεις αποκτούν μέσω της καθημερινής εμπειρίας τους , το επίπεδο της θεσμικής εκπαίδευσης (σε όλα τα επίπεδα- από τις γεωπονικές σχολές, τα ΤΕΙ και την αγροτική εκπαίδευση ) παραμένει τραγικά αναντίστοιχο των αναγκών σε εξειδικευμένα στελέχη, επιστήμονες και τεχνίτες. Έστω και έτσι όμως, η συμβολή της βιολογικής γεωργίας στην ανανέωση του αγροτικού πληθυσμού και στην αντιστροφή της τάσης μείωσής του, είναι καθοριστική.

Παναγιώτης Μίχας
Επιχειρηματίας στο χώρο των βιολογικών προϊόντων

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ