από την ενεργειακή φτώχεια στην αποδοτικότητα: με αφορμή μια εναρμόνιση…

899582648_346

Η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και η μείωση των εκπομπών CO2 επηρέασε άμεσα το σύνολο της ευρωπαϊκής ενεργειακής βιομηχανίας. Από τις πρώτες πρωτοβουλίες της ΕΕ προς αυτήν την κατεύθυνση ήταν η προώθηση τεχνολογιών ΑΠΕ, με τη μορφή μηχανισμών επιδοτήσεων εγγυημένης βιωσιμότητας.

Μερικά χρόνια μετά την «επανάσταση» αυτή, παρατηρεί κανείς ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση προτίμησε να δαπανήσει δισεκατομμύρια στην ενίσχυση, ουσιαστικά, της βιομηχανίας των ΑΠΕ και στη συνέχεια να ασχοληθεί στα σοβαρά, αν βέβαια πιστέψουμε και τώρα στις διακηρυγμένες προθέσεις, με θέματα ενεργειακής εξοικονόμησης και αποδοτικότητας. Ο λόγος που «το κάρο μπήκε μπροστά από το άλογο» είναι πλέον οφθαλμοφανής Οι βιομηχανικές χώρες παραγωγής τεχνολογίας ΑΠΕ επιδότησαν τη βιομηχανία τους και αφαίμαξαν για άλλη μια φορά τις χώρες καταναλωτές της ευρωπαϊκής περιφέρειας, στρεβλώνοντας ταυτόχρονα μεγάλο μέρος της οικονομικής τους δραστηριότητας.

Πέρα από αυτά υπάρχουν και άλλα στοιχεία που οδήγησαν σε αυτήν την αντίφαση.

Οι πολιτικές εξοικονόμησης ενέργειας δεν είναι άμεσα συμβατές με τη γενικότερη νεοφιλελεύθερη αφήγηση αφού δεν οδηγούν σε δημιουργία μεγάλων αγορών με αντίστοιχα οικονομικά μεγέθη και «προστιθέμενες αξίες». Εγγενής αντίφαση επίσης στη μαζική προώθηση της εξοικονόμησης ενέργειας, στο πλαίσιο του υπάρχοντος οικονομικού μοντέλου, είναι ότι η κύριος ευνοούμενος το πολιτικών αυτών είναι ο καταναλωτής ενέργειας και ιδιαίτερα ο μικρός. Αντίθετα ο παραγωγός καλείται να μειώσει το πωλούμενο προϊόν του, την ενέργεια δηλαδή.

Για την αριστερά πάντως η εξοικονόμηση ενέργειας:

• Είναι μία ορθολογική επιλογή εφόσον οδηγεί με τον πιο ευθύ τρόπο στον οικολογικό μετασχηματισμό.

• Οδηγεί στην εξέταση, διεκδίκηση και προτεραιοποίηση των αναγκών, τόσο όσον αφορά στη φύση της ενέργειας ως κοινωνικού αγαθού, όσο και για τη λειτουργία της ως παράγοντα για την παραγωγή άλλων αγαθών.

• Κινητοποιεί και εμπλέκει στα έργα αύξησης της ενεργειακής αποδοτικότητας ένα μεγάλο εύρος από κοινωνικά υποκείμενα (δήμοι συνεταιρισμοί μικρές επιχειρήσεις, πολίτες) και δίνει τη δυνατότητα για την ανάπτυξη νέων (κοινωνική επιχειρηματικότητα, ομάδες άνεργων μηχανικών και τεχνικών).

• Βάζει σαφείς προτεραιότητες για τις αναγκαίες επενδύσεις που πρέπει να γίνουν από τον δημόσιο τομέα, κυρίως στο κτιριακό απόθεμα και τις μεταφορές.

Οδηγία 27 του 2012

Στο σημείο λοιπόν αυτό όπου η αγορά τον ΑΠΕ αντιμετωπίζει προβλήματα βιωσιμότητας, η Ελλάδα έρχεται να εναρμονιστεί στης απαιτήσεις της Οδηγίας 27 του 2012 περί ενεργειακής αποδοτικότητας και εξοικονόμησης. Ας προσπαθήσουμε να δούμε τα βασικά σημεία τις Οδηγίας και να εντοπίσουμε τις ευκαιρίες που δίνει για εξορθολογισμό της κατανάλωσης ενέργειας αλλά και της αγοράς ενέργειας γενικότερα μαζί με τους κινδύνους που μπορεί να κρύβει μια στρεβλή εφαρμογή της.

Η οδηγία 27 του 2012 έχει ως στόχο την προώθηση της ενεργειακής απόδοσης στην ΕΕ. με άλλα λόγια σκοπεύει στη μείωση της κατανάλωσης, είτε πρωτογενούς ενέργειας είτε της ενέργειας που πωλείται στον τελικό χρήστη (τελική ενέργεια), χωρίς όμως εκπτώσεις στο τελικό αποτέλεσμα. Η αύξηση, για παράδειγμα, της απόδοσης του συστήματος θέρμανσης σε ένα διαμέρισμα σημαίνει: αν αρχικά για ένα διαμέρισμα 110m2 απαιτείται λέβητας αερίου με θερμική ισχύ 18kWth, θα πρέπει να λάβουμε εκείνα τα μέτρα (μονώσεις, κουφώματα κ.λπ.), ώστε να έχουμε την ίδια «θερμική άνεση» στο χώρο με έναν λέβητα 11kWth, ο οποίος θα καίει το ίδιο χρονικό διάστημα με τον αρχικό και άρα θα καταναλώνουμε λιγότερο καύσιμο.

Βασικά εργαλεία για τον σχεδιασμό και την παρακολούθηση σε εθνικό επίπεδο της ενεργειακής απόδοσης είναι:

1. Η κατάρτιση εθνικού σχεδίου δράσης ενεργειακής απόδοσης (ΕΣΔΕΑ) για κάθε κράτος μέλος. Το σχέδιο αυτό είναι αλληλένδετο με τον εθνικό στόχο ενεργειακής απόδοσης που κάθε κράτος αποφασίζει ότι θα θέσει βάση της Οδηγίας, και επικαιροποιείται κάθε τρία χρόνια. Ο εθνικός στόχος ενεργειακής απόδοσης δεν είναι τίποτε άλλο από την εξοικονόμηση ενέργειας που πρέπει να επιτευχθεί μέχρι το 2020, με έτος βάσης το 2013, εφαρμόζοντας τις προτάσεις του ΕΣΔΕΑ.

2. Η εκπόνηση μελετών αξιολόγησης του δυναμικού υλοποίησης σε εθνικό επίπεδο της συμπαραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και θερμότητας αλλά και της αποδοτικής τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης. Λόγω του ότι η ψύξη και η θέρμανση των κτηρίων αποτελούν βασικό πεδίο βελτίωσης σε ό,τι αφορά στην ενεργειακή αποδοτικότητα.

Πέρα από την κατάρτιση του ΕΣΔΕΑ η Οδηγία υποχρεώνει κάθε κράτος μέλος να λάβει τα ακόλουθα μέτρα:

1. Ο δημόσιος τομέας πρέπει να δώσει το παράδειγμα στην ενεργειακή απόδοση των κτηρίων του ανακαινίζοντας ένα ποσοστό κάθε έτος, αλλά και γενικότερα να λαμβάνεται υπόψη το ενεργειακό αποτύπωμα στις δημόσιες προμήθειες.

2. Οι πάροχοι ενέργειας (ΔΕΗ, υγρά καύσιμα, φυσικό αέριο) πρέπει να προωθήσουν την ενεργειακή απόδοση στους πελάτες τους με συγκεκριμένους ποσοτικούς στόχους κάθε χρόνο ή εναλλακτικές πολιτικές σε συνεργασία με το κράτος μέλος.

3. Οι εταιρείες, ειδικά οι μεγάλες (μη μμΕ) να εφαρμόσουν πρότυπα ενεργειακής διαχείρισης.

4. Να προωθήσει την ενεργειακή απόδοση στον ενεργειακό εφοδιασμό μέσα από τον καλύτερο σχεδιασμό και την προώθηση συστημάτων τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης. Όπως και γενικότερα στην ενεργειακής απόδοση στην θέρμανση και την ψύξη.

5. Να λαμβάνει υπόψη την ενεργειακή απόδοση στη διαχείριση και λειτουργία των υποδομών φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας. Προωθώντας την ενεργειακή απόδοση στην παραγωγή, αλλά και στη μεταφορά με την προώθηση μέτρων όπως την εξισορρόπηση του συστήματος και με συμμετοχή των καταναλωτών ενέργειας (Διακοψημότητα) και τα ευφυή δίκτυα μεταφοράς.

Για να επιτευχθεί ο όλος σχεδιασμός, η Οδηγία προκρίνει την καθιέρωση πρότυπων ενεργειακής διαχείρισης σε συνδυασμό με νέες τεχνολογίες στην τομέα των ενεργειακών μετρήσεων.

Τέλος, για τη χρηματοδότηση του όλου εγχειρήματος ειδικά στον ιδιωτικό τομέα προβλέπονται:

1. Δημιουργία εταιρειών ενεργειακών υπηρεσιών, η λειτουργία των οποίων θα βασίζεται στα συμβόλαια ενεργειακής απόδοσης. Οι εταιρείες ενεργειακής απόδοση θα λειτουργούν ως υπηρεσία μίας στάσης για έργα ενεργιακής απόδοσης, εξασφαλίζοντας τη χρηματοδότηση της υλοποίησης με εγγυημένη εξοικονόμηση. Για παράδειγμα θα βρίσκουν τη χρηματοδότηση για την ανακαίνιση μίας κατοικίας και στη συνέχεια θα υπάρχει και η δυνατότητα αποπληρωμής, μέσω ενός συμβολαίου ενεργειακής απόδοσης, από τα χρήματα που κερδίζει ο καταναλωτής από την εξοικονόμηση.

2. Τη δημιουργία εθνικού ταμείου ενεργειακής απόδοσης και χρηματοδοτικής και τεχνικής υποστήριξης.

Είναι χαρακτηριστικό πάντως ότι από τις πρόνοιες της Οδηγίας λείπει η ιδιαίτερη επιμονή σε τρία πολύ βασικά σημεία, τα οποία και κινδυνεύουν να ακυρώσουν την επί της αρχής σωστή της στόχευση.

1. Η εξοικονόμηση ενέργειας στις μεταφορές, η οποία δεν ζητείται στο πλήθος των άρθρων, ούτε η αυτονόητη διατύπωση εθνικής στρατηγικής, πόσω δε μάλλον η υποχρέωση λήψης μέτρων.

2. Η αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας μέσα από τις δράσεις εξοικονόμησης ενέργειας, η οποία αναφέρεται αδύναμα σε μια απλή παράγραφο, την ίδια στιγμή που άλλες, πιθανόν ήσσονος σημασίας, προτεραιότητες, αναφέρονται αναλυτικά.

3. Η εξοικονόμηση ενέργειας στη βιομηχανία, για την οποία προβλέπεται μόνο η διαδικασία των ενεργειακών ελέγχων και όχι η δεσμευτική προώθηση μέτρων.

Οι παραπάνω «ελλείψεις» δεν είναι βέβαια τυχαίες. Ίσα ίσα χτυπούν στην καρδιά της ευρωπαϊκής πολιτικής στον βιομηχανικό και κοινωνικό τομέα. Προφανώς η ευρωπαϊκη βιομηχανία, αλλά και το καταρρέον ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος, δεν θέλουν «περιττές» υποχρεώσεις σε ευρωπαϊκές οδηγίες. Θα αποφασίσουν αυτοί, όταν και όπως κρίνουν να διαχειριστούν τα όποια «προβλήματα».

Διαμόρφωση εθνικής πολιτικής

Για την εθνική πολιτική η διατύπωση στρατηγικής στους παραπάνω τομείς είναι απαραίτητη. Ειδικότερα η αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας αλλά και της ενεργειακής απόδοσης στη βιομηχανική παραγωγή είναι κομβικά για να βγει η οικονομία μας από την κρίση αλλά και για να ενισχύσουμε τη μελλοντική αειφορία της οικονομίας μας.

Η ενσωμάτωση της Οδηγίας δεν πρέπει να αποτελέσει πρόσχημα για επιβολή οικονομικών επιβαρύνσεων σε πολίτες και επιχειρήσεις, φαινόμενο που συνέβαινε κατά κόρον στο παρελθόν. Αντιθέτως, καλό είναι οι πρόνοιες της Οδηγίας να ενσωματωθούν με γνώμονα την επανεκκίνηση συγκεκριμένων κλάδων της οικονομικής δραστηριότητας, όπως η οικοδομή. Έτσι, μπορεί η ενσωμάτωση αυτή να αποτελέσει ακόμα και σημείο σύγκλισης του προγράμματος της Θεσσαλονίκης με την ευρωπαϊκά επιβαλλόμενη πολιτική για την ενεργειακή απόδοση.

Βασικό εργαλείο για την ορθολογική ανάπτυξη των έργων εξοικονόμησης ενέργειας (αλλά και των ΑΠΕ), είναι η υλοποίηση του περιφερειακού ενεργειακού σχεδιασμού. Ο περιφερειακός ενεργειακός σχεδιασμός αποτελεί μια ορθολογική αλλά και συμμετοχική διαδικασία η οποία προσφέρει στις τοπικές κοινωνίες:

• Την άμεση εμπλοκή τους στον ενεργειακό σχεδιασμό και την επιλογή του τρόπου που επιτυγχάνονται οι στόχοι της κλιματικής αλλαγής και οι αντίστοιχες υποχρεώσεις που αυτοί επιβάλλουν.

• Την αποφασιστική εμπλοκή στον χωροταξικό σχεδιασμό.

• Τη βελτιστοποίηση των αποτελεσμάτων των ενεργειακών έργων στην τοπική απασχόληση και ανάπτυξη.

• Την άμεση εμπλοκή τους, στον έλεγχο και την ιδιοκτησία των έργων.

Στόχοι, τέλος, της πολιτικής της αριστεράς στον τομέα της εξοικονόμησης και των ΑΠΕ είναι η εμπλοκή των θεσμών της κοινωνικής οικονομίας στη μελλοντική τους ανάπτυξη. Οι θεσμοί αυτοί δεν είναι αναπτυγμένοι στη χώρα μας έως τώρα. Ως συνέπεια, θα είναι δύσκολο να υιοθετηθεί, ένα οραματικό ή πρακτικό υπόδειγμα που να εντάσσει τον τρίτο πυλώνα της οικονομίας στην παραγωγή και κατανάλωση ενεργειακών αγαθών.

Ποια είναι όμως τα κριτήρια με βάση τα οποία θα σχεδιάσουμε και θα εφαρμόσουμε την πολιτική μας για την αύξηση της ενεργειακής αποδοτικότητας; Πώς μπορεί μια τέτοια πολιτική να είναι πετυχημένη; Ποιες είναι οι προϋποθέσεις; Ποιοι είναι οι κίνδυνοι;

Όσο και αν φαίνεται τετριμμένο, ειδικά για τη λογική της αριστεράς, οποιαδήποτε επιτυχημένη πολιτική για την αύξηση της ενεργειακής αποδοτικότητας απαιτεί τη λειτουργία ενός ισχυρού δημόσιου τομέα. Η έκδοση των κανονισμών και η διενέργεια των ελέγχων, η σύνταξη και η παρακολούθηση των σχεδίων δράσης, η δημιουργία δομών παρακολούθησης, ο συντονισμός των δράσεων, η δημιουργία και επίβλεψη της αγοράς ενεργειακών υπηρεσιών, επιβάλει τη λειτουργία ενός δημόσιου τομέα με στιβαρή και συνεχή παρουσία σε κάθε πλευρά.

Επίσης η εμπειρία των προγραμμάτων που έχουν «τρέξει» έως τώρα απέδειξε τη σημασία που έχει η λειτουργία ενός χρηματοπιστωτικού βραχίονα που να στηρίζει τις δράσεις εξοικονόμησης, εξοικονομώντας παράλληλα τους διαθέσιμους πόρους. Η δημιουργία ενός ειδικού ταμείου, αλλά και η ρύθμιση της λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος σε αυτή την κατεύθυνση είναι για τη σημερινή κυβέρνηση ένα μεγάλο στοίχημα που μπορεί να δράσει πολλαπλασιαστικά και για άλλους τομείς.

Όλα τα παραπάνω βέβαια συνδέονται και με τη θεωρητική απαίτηση των προωθούμενων πολιτικών για την ενεργειακή αποδοτικότητα, περί αντιστάθμισης των απωλειών στον τομέα παραγωγής ενέργειας με τον πλούτο που θα παραχθεί από την υλοποίηση των πολιτικών εξοικονόμησης. Η προώθηση της εξοικονόμησης εκ των πραγμάτων θα οδηγήσει σταδιακά σε μείωση των πωλήσεων στην αγορά ενέργειας, το συμβατικό κομμάτι τις οποίας έχει συνδεθεί αρνητικά με την κατασπατάληση των φυσικών πόρων. Οι όποιες απώλειες στον κύκλο εργασιών της αγοράς ενέργειας αν και συμβάλουν στην αειφορία είναι επιθυμητό, σύμφωνα με τις προβλέψεις της Οδηγίας, να αντισταθμιστούν με την αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας σε τομείς άμεσα συνδεδεμένους με την εξοικονόμηση και την εκλογικευμένη κατανάλωση ενέργειας. Αλλά όλα αυτά μένουν να αποδειχτούν μέσα από την εφαρμογή τον όποιων πολιτικών.

Βασίλης Κίλιας, Αν. Γ.Δ. Κέντρο Ανανεώσιμων Πηγών και Εξοικονόμησης Ενέργειας

Πέτρος Αλληλόμης, Ηλεκτρολόγος μηχανικός και Μηχανικός Υπολογιστών, PhD

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ