το σχόλιο του μήνα: ενεργειακοί κόμβοι vs ενεργειακή κυριαρχία

PHOTO-26

Εν μέσω σκληρής διαπραγμάτευσης, εκβιασμών των νεοφιλελεύθερων κύκλων και κινήσεων της κυβέρνησης για την επείγουσα αντιμετώπιση συνεπειών του μνημονίου, έχει επανέλθει στο δημόσιο διάλογο το ζήτημα του ρόλου της Ελλάδας σαν “ενεργειακού κόμβου” στην ευρύτερη περιοχή. Στις επαφές με χώρες της ΕΕ, τις ΗΠΑ και συμμάχους τους και ιδιαίτερα τη Ρωσία και την Κίνα τα ζητήματα των επενδύσεων σε εξορύξεις πετρελαίου, αγωγούς φυσικού αερίου, εγκαταστάσεις αποθήκευσης καυσίμων και διαπεριφερειακές ηλεκτρικές διασυνδέσεις βρίσκονται στο επίκεντρο της κυβερνητικής ατζέντας.

Οι εντατικές διεθνείς επαφές της Ελλάδας χώρες έχουν προφανή στόχο το δυνάμωμα της διαπραγματευτικής μας θέσης έναντι των δανειστών/ θεσμών. Και στη διελκυστίνδα που εξελίσσεται, σωστά η χώρα δείχνει πως αναζητά πολυδιάστατες πολιτικές συμμαχίες. Πέρα όμως από τακτικές και εξαγγελίες που σκόπιμα ίσως περιέχουν ασάφειες, είναι φανερό πως χρειάζεται να αναλύσουμε σε όλες τους τις διαστάσεις τα διάφορα σενάρια διεθνών ενεργειακών πρότζεκτ που αναφέρονται.

Αναμφίβολα, η νομή των ενεργειακών πόρων αποτελεί σήμερα (αν ποτέ έπαψε) επίκεντρο ανταγωνισμών -συχνά πολεμικών- μεταξύ διάφορων διεθνών μπλοκ συμφερόντων. Πως μια αριστερή κυβέρνηση στην Ελλάδα μπορεί σήμερα να τοποθετηθεί σε αυτό το τεταμένο γεωπολιτικό πεδίο; Πως οι τακτικές κινήσεις στη λεγόμενη “διπλωματία των αγωγών” αντιστοιχίζονται με ένα ριζικά διαφορετικό μοντέλο παραγωγής και κατανάλωσης (ενέργειας) που επιδιώκουμε μακροπρόθεσμα; Πως υπερβαίνουμε τη γνώριμη ιδεολογική ρητορική περί “ενεργειακού κόμβου” που υιοθετούν συστημικοί κύκλοι, αντιπαραβάλλοντας προτάγματα που ενσωματώνουν αντιπαραθετικές αξίες και προτεραιότητες;

Χρήσιμη εδώ ίσως είναι η έννοια της “ενεργειακής κυριαρχίας” (energy sovereignty) που προτάσσεται από τα αντινεοφιλελεύθερα και αριστερά κινήματα στο Βορρά και το Νότο και βρίσκεται, από πολλές απόψεις, στον αντίποδα των κυρίαρχων σχεδιασμών και ιδεολογημάτων. Πρώτον, γιατί αντιμετωπίζει την ενέργεια σαν δημόσιο κοινωνικό αγαθό και όχι σαν οποιοδήποτε προϊόν της “ελεύθερης” αγοράς. Οι επιλογές για τη διαχείριση των “κοινών” επανέρχονται έτσι στο πεδίο της δημοκρατίας και της πολιτικής, εκτός των σχεδιασμών των ενεργειακών πολυεθνικών και των λόμπι πίεσης.

Επιπλέον, το αίτημα για ενεργειακή κυριαρχία βάζει στο επίκεντρο την αντιμετώπιση, με βιώσιμο τρόπο, της ενεργειακής φτώχειας νοικοκυριών και επιχειρήσεων και την ισότιμη πρόσβαση όλων στην κάλυψη των ενεργειακών αναγκών. Σε αντιδιαστολή, οι σχεδιασμοί για “ενεργειακούς κόμβους” απαντούν περισσότερο στις αξιώσεις των βιομηχάνων για “φθηνή ενέργεια” και περαιτέρω συμπίεση του κόστους παραγωγής, σε βάρος του περιβάλλοντος και της οικονομίας.

Η λογική της ενεργειακής κυριαρχίας, στοχεύει επίσης στη δημιουργία σταθερών και ποιοτικών θέσεων εργασίας έντασης γνώσης, με περιβαλλοντικά θετικό πρόσημο και αποκεντρωμένο, συνεργατικό χαρακτήρα. Αντίθετα οι κάθε είδους επενδύσεις στα ορυκτά καύσιμα δημιουργούν κατά βάση επισφαλή απασχόληση. Σε κάθε περίπτωση, είναι λάθος να συνδέεται η στρατηγική αντιμετώπισης της ανεργίας με τις όποιες επενδύσεις σε εξορύξεις και αγωγούς πραγματοποιηθούν τελικά…

Τέλος, η επιδίωξη της ενεργειακής κυριαρχίας αποσυνδέει το μέλλον των κοινωνιών από τα ναρκοθετημένα παιχνίδια ισχύος διεθνών δυνάμεων που τείνουν να περιθωριοποιούν το ρόλο των πολιτών και να μεταφέρουν τα επίδικα στη σφαίρα των “ειδικών”. Το πρόταγμα της ενεργειακής κυριαρχίας ξαναθέτει στο προσκήνιο ένα βασικό οικονομικό ερώτημα που αφορά τελικά ολόκληρη την κοινωνία: “τι, πως και για ποιον παράγουμε”, ενέργεια εν προκειμένω.

Και χωρίς αμφιβολία, το πως θα προσεγγιστούν παρόμοια διλήμματα και εντάσεις το επόμενο διάστημα στο πεδίο της διακυβέρνησης, αλλά και από τη σκοπιά των ενεργών κοινωνικών υποκειμένων, θα επηρεάσει μακροπρόθεσμα την πορεία συνολικής ανασυγκρότησης της χώρας που ξεκίνησε εδώ και τρεις μήνες.

ΧΑΡΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΤΟΣ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ