Κοζάνη: περιβαλλοντικά και κοινωνικά βιώσιμη ανάπτυξη

Η Κοζάνη υπήρξε ιστορικά μια περιοχή ορεινή, κυρίως αγροτική και δυσπρόσιτη. Από την δεκαετία του 1950, η παραγωγική, κοινωνική και οικονομική βάση της περιοχής αρχίζει να αλλάζει. Ξεκινούν τη λειτουργία τους τα πρώτα ορυχεία και κατασκευάζεται ο πρώτος σταθμός παραγωγής ενέργειας από λιγνίτη. Στο πέρασμα του χρόνου αρχίζουν να αναπτύσσονται τα ορυχεία και να χτίζονται νέοι σταθμοί παραγωγής. Η παραγωγή λιγνίτη που το 1959 ήταν 1,3 εκ. τόνοι, άγγιξε τελικά το 2006 τους 49 εκ. τόνους.

Στο Λιγνιτικό Κέντρο Δυτικής Μακεδονίας (ΛΚΔΜ) η ΔΕΗ παράγει περίπου το 40% της ηλεκτρικής ενέργειας της Ελλάδας. Για τον σκοπό αυτό, υπάρχουν εγκατεστημένοι έξι ατμοηλεκτρικοί σταθμοί, με ισχύ 4000MW, οι οποίοι καταναλώνουν χαμηλής ποιότητας λιγνίτη που εξορύσσεται σε ορυχεία ανοιχτού τύπου. Στην περιοχή υπάρχουν περισσότερα από 150.000 στρέμματα ορυχείων, με ελάχιστα έως τώρα να έχουν αποκατασταθεί, ενώ τα περισσότερα μένουν σε εκκρεμότητα.

Δημιουργούνται, λοιπόν, ορισμένα εύλογα ερωτήματα, σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θα αρχίσουν να αποκαθίστανται τα ανοιχτά ορυχεία, αναφορικά με το ποιος θα το αναλάβει το κόστος, τι μέλλει γενέσθαι με την διαφαινόμενη ιδιωτικοποίηση, και τι πρόκειται να συμβεί τελικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς των ορυχείων.

Ας δούμε όμως και τις συνέπειες αυτής της δραστηριότητας, οι οποίες εντοπίζονται καταρχάς στο θέμα του περιβάλλοντος. Πρόκειται για μία περιοχή με σοβαρά περιβαλλοντικά προβλήματα, όπου παρατηρείται συστηματική παραβίαση της σχετικής ευρωπαϊκής και ελληνικής νομοθεσίας. Αρκεί να αναφερθεί ότι κατά τη διάρκεια της δεκαετίας 2001-2009, στο ΛΚΔΜ το πλήθος των μέσων ημερήσιων συγκεντρώσεων των PM10 στην ατμόσφαιρα υπερέβαινε το ετήσιο όριο 9,6 % (για τιμές> 50 μg/m3) και άγγιζε το 50% (κατά παράβαση της οδηγίας 1999/30).

Ένα κρίσιμο ζήτημα είναι επίσης η καταστροφή των υδάτινων πόρων της περιοχής, που είναι μια από τις σοβαρότατες παρενέργειες της εξορυκτικής δραστηριότητας. Η εξορυκτική δραστηριότητα έχει προκαλέσει σοβαρές παρενέργειες στη γεωμορφολογία των λιγνιτοφόρων περιοχών. μέχρι σήμερα στο ΛΚΔΜ έχουν αποκατασταθεί 32.800 στρέμματα Υπάρχουν όμως περίπου 180.000 στρέμματα, τα οποία είναι ανοιχτά και μη αποκατεστημένα. Αλλού, η αποκατάσταση δεν ξεκίνησε ποτέ.

Να αναφερθεί, επίσης, ότι, λόγω της εκτεταμένης ανάπτυξης των ορυχείων, πραγματοποιούνται πολλές μετεγκαταστάσεις οικισμών. μέχρι σήμερα έχουν γίνει πέντε μετακινήσεις και είναι σε εξέλιξη άλλες τέσσερις. Και προφανώς δεν μπορούμε να αγνοούμε τις επιπτώσεις όλης αυτής της δραστηριότητας στο κλίμα, που είναι σοβαρότατες.

Επιπλέον, είναι τεράστιες οι συνέπειες στο παραγωγικό και οικονομικό μοντέλο της περιοχής. Η αποκλειστική εκμετάλλευση του λιγνίτη στις περιοχές όπου υπήρχε λιγνιτική δραστηριότητα επισκίασε τις λοιπές παραγωγικές δραστηριότητες. Όσο αναπτυσσόταν η παραγωγική βάση της περιοχής με βάση τον λιγνίτη, τόσο περιορίζονταν οι λοιπές δραστηριότητες, με αποτέλεσμα την αύξηση του εισοδήματος, την αύξηση του πληθυσμού, αλλά και την αύξηση των ενδοπεριφερειακών ανισοτήτων.

Άλλαξε επίσης η παραγωγική κατεύθυνση του πληθυσμού. Οι κάτοικοι, από εργάτες γης, έγιναν στην πλειοψηφία τους βιομηχανικοί εργάτες. Παράλληλα, γύρω από την βασική δραστηριότητα της περιοχής, διαμορφώθηκαν και άλλες, που είχαν άμεση εξάρτηση από την βασική λιγνιτική δραστηριότητα.

Μετά την δεκαετία του 1990, άρχισαν σιγά σιγά να εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια κόπωσης του υφιστάμενου μοντέλου, το οποίο δεν μπορούσε να είναι βιώσιμο για πάντα. Η περιοχή εισήλθε σε μία εποχή βαθιάς οικολογικής κρίσης, την οποία βιώνει και σήμερα, και μάλιστα οξυμμένη, λόγω της οικονομικής εθνικής κρίσης.

Σήμερα η περιοχή της Κοζάνης ζει μια δραματική περιβαλλοντική καταστροφή. Οι σημερινές και οι επόμενες γενιές καλούνται να πληρώσουν έναν λογαριασμό για τον οποίο δεν ευθύνονται. Η εξορυκτική δραστηριότητα μειώνεται συνεχώς, ενώ τα επόμενα χρόνια αναμένεται να κλείσουν αρκετές λιγνιτικές μονάδες.

Σε ότι αφορά το κόστος από τη λιγνιτική δραστηριότητα –το οποίο σαφώς δεν είναι μόνο οικονομικό- θα πρέπει να αναφερθεί ότι υπολογίζεται μεταξύ 4.6 – 25.5 c€/kWh και, επομένως, η συμπερίληψή του στον υπολογισμό του πραγματικού κόστους θα εκτοξεύσει την τιμή της λιγνιτικής κιλοβατώρας στα 10-30 c€/kWh από τα 5 c€/kWh που είναι σήμερα, καταρρίπτοντας έτσι τον μύθο του «φθηνού λιγνίτη». μελέτες που εκτιμούν το εξωτερικό κόστος της λιγνιτοπαραγωγής στην Ελλάδα, αναφέρουν ποσά από 1,5 έως 4 δις ευρώ ετησίως.

Σχετικά με τον φόρο στερεών καυσίμων, θα πρέπει να αναφερθεί ότι η ΔΕΗ επί δεκαετίες, δεν επιβαρυνόταν με το κόστος καυσίμου, καθώς αυτό λειτουργούσε σαν μια επιπλέον επιδότηση. Ο συγκεκριμένος πόρος, που υπολογίζεται σε επιπλέον 80 με 100 εκ. ετησίως, θα πρέπει κατά κύριο λόγο να επενδύεται στις λιγνιτικές περιοχές.

Κάθε κρίση όμως είναι αγγελιαφόρος της ανάγκης για αλλαγή. Οφείλουμε, λοιπόν, να συνειδητοποιήσουμε πως το παλιό μοντέλο πέρασε στο παρελθόν ανεπιστρεπτί, οφείλουμε να δούμε κατάματα το αδιέξοδο στο οποίο μας έχει οδηγήσει η εμμονή στη λιγνιτική «μονοκαλλιέργεια», να αντιληφθούμε πως δεν αξιοποιήσαμε ποτέ τα άλλα συγκριτικά πλεονεκτήματα της περιοχής μας και αφήσαμε μια σειρά από ευκαιρίες ανεκμετάλλευτες.

Είναι αναγκαία η εκπόνηση ενός σχεδίου 20ετίας που θα αφορά στη μεταλιγνιτική περίοδο. με ένα ολοκληρωμένο πλάνο αποκατάστασης των εδαφών και χωροθέτησης νέων δραστηριοτήτων, θα πρέπει να αξιοποιήσουμε την Ευρωπαϊκή εμπειρία στην διαχείριση αντίστοιχων ζητημάτων και να γίνουν επενδύσεις που θα επιδιώκουν την αποκατάσταση της ζημιάς στους φυσικούς πόρους της περιοχής.

Είναι σαφές πως η περιοχή έχει ανάγκη από ένα πράσινο σχέδιο για την μεταλιγνιτική περίοδο. Η πράσινη ενέργεια είναι ένας δρόμος τον οποίο θα έπρεπε να είχαμε ακολουθήσει εδώ και χρόνια. Υπολογίζεται, επίσης, πως μπορούν να δημιουργηθούν σχεδόν 3000 θέσεις εργασίας στον τομέα αυτό. Πρόκειται όμως για μία πρόταση που δεν υλοποιήθηκε ποτέ.

Η νέα Δημοτική Αρχή του Δήμου Κοζάνης έχει ήδη απευθύνει κάλεσμα σε όλους τους φορείς της περιοχής για να ξεκινήσει ένας γόνιμος διάλογος με στόχο την εκπόνηση ενός σχεδίου για την μεταλιγνιτική περίοδο.

Η Δυτική Μακεδονία είναι σχεδόν ταυτισμένη με τον λιγνίτη και την καταστροφή του περιβάλλοντος. Η περιοχή όμως έχει μοναδικές ομορφιές και σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα, που ελάχιστοι γνωρίζουν. Διαθέτει τα πλουσιότερα επιφανειακά νερά στην Ελλάδα, σπάνιους ορεινούς όγκους, σημαντική πολιτιστική, λαογραφική και αρχιτεκτονική παράδοση, και παράγει εξαιρετικά τοπικά προϊόντα. Στόχος είναι να διαμορφωθεί ένα συνεκτικό σχέδιο αξιοποίησης αυτού του φυσικού πλούτου σε περιφερειακό επίπεδο.

Μια κατεύθυνση στην οποία θα πρέπει να δώσουμε ιδιαίτερη βαρύτητα είναι ο πρωτογενής τομέας. Η Κοινωνική Οικονομία μπορεί και πρέπει να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο για την έξοδο από την κρίση, ενώ επιβάλλεται να γίνουν επενδύσεις στον τομέα της γεωργίας.
Η περιοχή μας χρειάζεται ένα σχέδιο, το οποίο να σέβεται την οικονομική, περιβαλλοντική και κοινωνική βιωσιμότητα, να αξιοποιεί τα συγκριτικά πλεονεκτήματα του τόπου, να επιδιώκει την άμβλυνση των ενδοπεριφερειακών ανισοτήτων και την ισόρροπη ανάπτυξη, να στοχεύει στην αναζωογόνηση της υπαίθρου, να αξιοποιεί ορθολογικά και αποδοτικά όλους τους διαθέσιμους οικονομικούς πόρους. Το σχέδιο αυτό θα πρέπει να είναι ρεαλιστικό, ουσιαστικό και να εκπονηθεί μετά από ευρεία διαβούλευση με την κοινωνία. Η επόμενη προγραμματική περίοδος είναι μια ευκαιρία που δεν πρέπει να μείνει ανεκμετάλλευτη.

Λευτέρης Ιωαννίδης
Δήμαρχος Κοζάνης

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ