το περιβάλλον ως πολυτελές αγαθό εν μέσω κρίσης

Σε πρόσφατη πολιτική-τεχνική σύσκεψη για το μέλλον ενός ολυμπιακού ακινήτου, παρουσιάστηκε η θέση της διπλής ανάπλασής του· του κτιριακού συγκροτήματος και του μεγάλου χώρου αστικού πρασίνου που βρίσκεται γύρω του. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης ετέθη μία ειλικρινής και καλόβουλη ερώτηση: «Δεν είναι πολυτέλεια υπό τις συνθήκες της κρίσης η ενασχόληση με το περιβάλλον;»

Αν πάρουμε την ερώτηση τοις μετρητοίς και απαντήσουμε καταφατικά: «Ναι είναι πολυτέλεια», τότε συνεχίζοντας τη λογική σκέψη μας, μπορούμε να πούμε πως όσο πιο φτωχή είναι μία χώρα, όσο μεγαλύτερη κρίση βιώνει, τόσο περισσότερο έχει δικαίωμα να κάνει εκπτώσεις στα ζητήματα του περιβάλλοντος. Επομένως, συνεχίζουμε με την εξόρυξη λιγνίτη στην Κοζάνη και στη μεγαλόπολη, καθώς δεν έχουμε την πολυτέλεια να αλλάξουμε τώρα το ενεργειακό μοντέλο της χώρας μας; Συνεχίζουμε την καταστροφή των δασών στις Σκουριές καθώς αυτό δημιουργεί θέσεις εργασίας; Την πώληση μεγάλων πολύτιμων παράκτιων εκτάσεων στο Καβούρι, την Ανάβυσσο κ.α. για να βρούμε χρήματα; Την εγκατάσταση φθηνών ανεμογεννητριών υψηλού κέρδους κι ας καταστρέφονται εύθραυστα ορεινά, νησιωτικά τοπία και βιοπεριβάλλοντα; μάλλον όχι ή θα πρέπει να πούμε όχι.

Ας ξαναπιάσουμε το θέμα από μια πιο μακρινή αρχή. Ο κόσμος των επαναστάσεων του 18ου και 19ου αιώνα όρισε την ελευθερία, την ισότητα, τη δικαιοσύνη και την αλληλεγγύη ως τις βασικές αδιαπραγμάτευτες αξίες της ανθρωπότητας. Το εργατικό κίνημα και η επανάσταση του 1917, στη συνέχεια ο μεταπολεμικός κόσμος του μέσου 20ου αιώνα, όρισαν την εργασία, τη στέγη, την παιδεία, την υγεία και την πρόνοια, ως βασικά δικαιώματα της κοινωνίας, συμπληρώνοντας τις θεμελιώδεις αρχές του διαφωτισμού και της δημοκρατίας. Κάπου εκεί, περί το συμβολικό και καταλυτικό έτος 1968, σε σχέση με τις ανατροπές που επέφερε στην πολιτική, στις συμπεριφορές και στις αντιλήψεις μας, τα δικαιώματα στο περιβάλλον και στην πόλη προστέθηκαν στα προηγούμενα.

Τις αξίες και τα δικαιώματα οφείλουμε να μην τις διαπραγματευόμαστε ανάλογα με το πόσο πλούσιοι ή φτωχοί είμαστε, ανάλογα με το πόσο οικονομικά αναπτυγμένη ή υπανάπτυκτη είναι η χώρα μας. Αυτό δυστυχώς δεν είναι πάντα αυτονόητο. Αντιθέτως, είναι αέναα διαπραγματεύσιμο. Γνωρίζουμε από τους κλασικούς και τη θεωρία, ότι όσο μια κοινωνία βυθίζεται σε κρίση τόσο επιτρέπει την έκπτωση των αξιών της. Οι συνθήκες που επιφέρουν τα πισωγυρίσματα όμως δεν είναι πάντα νομοτελειακές και απόλυτες, ούτε η πορεία αυτή μοιραία. Αν ήταν έτσι, θα έπρεπε να τα έχουμε παρατήσει από καιρό. Η τελική έκβαση εξαρτάται από μία συνολική δυναμική η οποία μπορεί ή δεν μπορεί να εξασφαλίσει την ηγεμονία κάποιων αρχών, έναντι άλλων, στην κοινή συλλογική συνείδηση.

Μαθαίνοντας από την ίδια τη δική μας εμπειρία, ξέρουμε πως ο ρατσισμός έτεινε να ηγεμονεύσει στην Ελλάδα μετά το 2010. Δεν το διαπραγματευτήκαμε, παρότι η κοινή γνώμη πήγαινε και ερχόταν, παρότι το επιχείρημα «ο κόσμος πεινάει και οι μετανάστες μας παίρνουν τις δουλειές» έμοιαζε ακαταμάχητο. Ισχυριστήκαμε, ότι η ανθρώπινη αλληλεγγύη είναι αξία αδιαπραγμάτευτη, σε συνθήκες ειρήνης αλλά και σε συνθήκες πολέμου. Έτσι κατορθώσαμε να διέλθουμε τη σκοτεινή σήραγγα της προσπάθειας επιβολής των ιδεών του φυλετικού μίσους στην Ελλάδα, να διατηρήσουμε ζωντανά και μάχιμα τα ανθρωπιστικά ανακλαστικά μας, εντέλει να μη βρισκόμαστε εκεί από όπου ξεκινήσαμε. Δεν θα συνέβαινε αν είχαμε υποστείλει τις σημαίες μας για λόγους ρεαλισμού τότε. Και ήσαν πολλοί αυτοί που μας το πρότειναν.

Τι γίνεται όμως με το περιβάλλον. Από πού η βεβαιότητα ότι αποτελεί πολυτέλεια; Από πού η βεβαιότητα ότι η κατανάλωση περιβαλλοντικών πόρων θα επιφέρει οικονομική ανάπτυξη στη χώρα; Ή πού αλλού συνέβη για να συμβεί εδώ;

Τα δάση καταστρέφονται στην Αμαζονία και στην Ινδοκίνα. Από τα οικονομικά κέρδη ωφελούνται οι καταστροφείς τους και όχι οι γηγενείς. Τα ποτάμια μολύνονται από τα ορυχεία και τις μεταλλουργίες στην Κίνα. Η ανάπτυξη δεν αφορά τους χωρικούς και τους μεταλλωρύχους αλλά τις εταιρείες εκμετάλλευσης και την κινεζική νομενκλατούρα.

Στις ευρωπαϊκές χώρες του βορρά είναι αδιανόητα τα όσα συντελούνται εδώ. μπορείτε να σκεφτείτε ένα ορυχείο και εργοστάσιο εξόρυξης χρυσού με λεκάνες τοξικών αποβλήτων μέσα στα δάση του μέλανα Δρυμού της Βαυαρίας; Φαντάζεστε να εκποιούνται οι δημόσιες όχθες του ποταμού Λίγηρα ή του γαλάζιου Δούναβη για να κατασκευαστούν νέες πόλεις και πολυώροφα ξενοδοχεία; μήπως έχετε συναντήσει ή ακούσει για ανεξέλεγκτες τοποθετήσεις ανεμογεννητριών στις υπερπροστατευόμενες ζώνες των αλπικών οροσειρών; Όχι.

Στις ευημερούσες περιοχές του βορρά η νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος είναι δρακόντεια και η κοινωνική συνείδηση υψηλότατη. Τα μέτρα ελέγχου είναι τόσο σκληρά που δεν θα τολμούσε καν να τα ξεστομίσει ακόμη και ο πιο φανατικός οικολόγος της πατρίδας μας. Θυμηθείτε τη Σκανδιναβία, την ορεινή Ιταλία, Γαλλία και Ελβετία, τα δάση της Αυστρίας και της Γερμανίας, τα καταπράσινα τοπία της βόρειο-δυτικής Γαλλίας, της νότιας και της κεντρικής Αγγλίας.

Όμως αυτό που δεν είναι ανεκτό εκεί, ζητείται από τις χώρες του ευρωπαϊκού νότου. Ζητούνται βιομηχανικές και ενεργειακές επενδύσεις χωρίς περιβαλλοντικές αναστολές, αστικά ακίνητα, μεγάλα οικόπεδα εντός των πόλεων, ακτές προς πώληση και άναρχη δόμηση, και ειδικά στη χώρα μας λόγω της γεωγραφικής ιδιομορφίας νησιά και νησίδες για ιδιωτική οικιστική ανάπτυξη.

Το ζήτημα της περιβαλλοντικής συνείδησης, είναι και αυτό, όπως και όλα τα άλλα, ζήτημα ηγεμονίας αξιών έναντι άλλων. Τις οποίες η κοινωνία υιοθετεί ή απορρίπτει. Για να μπορέσει να υπάρξει αυτή η ηγεμονία των περιβαλλοντικών αξιών, πρέπει να υπάρξουν οι δυνάμεις που θα τις υπερασπιστούν και θα τις διαδώσουν, που θα έχουν συμφέρον από την επιβολή τους. Δυνάμεις οι οποίες θα ορθώσουν αυτό το συμφέρουν εναντίον άλλων δυνάμεων, των οποίων το συμφέρον εκπορεύεται από την περιβαλλοντική καταστροφή και την ελευθερία κέρδους το οποίο προκύπτει από την ελαστικότητα των όρων προστασίας.

Το δικαίωμα στο περιβάλλον και το δικαίωμα στην πόλη, ήσαν πάντα επιθετικά όπλα, αλλά και αδύναμα χαρτιά ταυτόχρονα, για την αριστερά και τα εναλλακτικά κινήματα. Στην Ελλάδα, έχουμε εντός και εκτός της κυβερνητικής πλειοψηφίας κυρίαρχες πολιτικές τάσεις: μία παραδοσιακή αριστερά αγκυλωμένη, είτε από τον οικονομισμό και σε αδυναμία να ερμηνεύσει την περιβαλλοντική κρίση καθώς ο ιστορικός μαρξισμός δεν την περιλάμβανε στην ατζέντα, είτε από τη μεγάλη σοσιαλδημοκρατική υποχώρηση προς τον νεοφιλελευθερισμό που θεωρεί την οικολογία φρένο στην ελευθερία της αγοράς. Έχουμε παράλληλα μία απολίτικη οικολογία, αποκομμένη από την κοινωνική σύγκρουση, που αδυνατεί να εντάξει το περιβαλλοντικό αίτημα στη διαμάχη εργασίας-κεφαλαίου και να ιεραρχήσει με βάση αυτήν. Κάπου ανάμεσα τους, υπήρξαν σε όλη την Ευρώπη, τη Νότια και Βόρεια Αμερική, δυνάμεις αριστερές ριζοσπαστικές οικολογικές που επεξεργάστηκαν και προώθησαν ιδέες και κινήματα.

Προώθησαν νέα πρότυπα χωρικής και κοινωνικής δικαιοσύνης με σεβασμό στο περιβάλλον, σχέδια για μια νέα κοινωνία όπου το οικονομικό κέρδος δεν θα καταστρέφει τους κοινούς μας πόρους. Πιστεύοντας ότι αυτοί οι πόροι, το φυσικό, το αστικό και το πολιτιστικό περιβάλλον, στην ύπαιθρο και στις πόλεις, θα αποτελέσουν κεφάλαιο και απόθεμα για την ισόρροπη ευημερία της κοινωνίας και μαζί με αυτήν μιας πιο δίκαιης οικονομίας.

Σήμερα είναι ανάγκη να ξαναπιάσουμε το νήμα από την αρχή. Να πείσουμε την κοινωνία, τους συντρόφους μας, τους κορυφαίους της αριστερής διακυβέρνησης, ότι το σχέδιο για την προστασία του περιβάλλοντος είναι πυλώνας για την ανασυγκρότηση της οικονομίας, στην έξοδο από την ανθρωπιστική κρίση. Ότι η διάσωση του φυσικού πλούτου της πατρίδα μας, είναι υπόθεση όλης της κοινωνίας, είναι στοιχείο της αξιοπρέπειας του λαού μας. Ότι τα δάση, τα βουνά, οι θάλασσες και τα μνημεία είναι ιδιαίτερα πολύτιμα αγαθά για μας, για να τα σπαταλήσουμε. μπορούμε να τα υπερασπιστούμε όπως υπερασπιζόμαστε την ανθρώπινη ζωή, τη γη και την ελευθερία. Και το δικαίωμα μας αυτό οφείλει να είναι αδιαπραγμάτευτο.

ΝΙΚΟΣ ΜΠΕΛΑΒΙΛΑΣ

Επ. καθηγητής Πολεοδομίας, Αρχιτεκτονική ΕΜΠ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ