οι τοπικές κοινότητες και το Πρωτόκολλο της Ναγκόγια

PHOTO-33Οι συνεπείς αναγνώστες των «Οικοτριβών» είναι ήδη εξοικειωμένοι με το Πρωτόκολλο της Ναγκόγια καθώς αυτό παρουσιάστηκε περιεκτικά τον Ιανουάριο του 2014 από τη Δέσποινα Βώκου. με δυο λόγια, θυμίζω πως κύρια υποχρέωση των μερών που υπογράφουν αυτό το Πρωτόκολλο του 2010 στη Σύμβαση για τη Βιοποικιλότητα του 1992, μεταξύ των οποίων η Ελλάδα και η Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι να πάρουν μέτρα για την πρόσβαση στους γενετικούς πόρους (πώς δηλαδή αυτή θα γίνεται νόμιμα και με αποδεκτό και από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη τρόπο), το διαμοιρασμό των ωφελειών από τη χρησιμοποίησή τους (προβλέποντας χρήσεις και τύπους ωφελειών από κάθε μια, που από κοινού θα συμφωνηθούν μεταξύ παρόχου και χρήστη). Οι ωφέλειες μπορεί να είναι χρηματικού ή άλλου τύπου, όπως πρόσβαση σε επιστημονική πληροφορία, μεταφορά τεχνογνωσίας κ.λπ. Ορολογία-ακρωνύμια του Πρωτοκόλλου είναι οι αμετάφραστοι ακόμα επίσημα στο ελληνικά όροι «ABS», «PIC» και «MAT» που στα ελληνικά αποδίδονται και ως «Πρόσβαση και Διαμοιρασμός Ωφελειών» (Access and Benefit Sharing), «Συνειδητή εκ των Προτέρων Συναίνεση» (Prior Informed Consent) και «Αμοιβαία Αποδεκτοί Όροι» (Mutually Agreed Terms). Θα ακολουθήσω την ορολογία που προτείνει η Δ. Βώκου χάριν διευκόλυνσής των αναγνωστών επειδή προηγήθηκε εδώ το άρθρο της «Το Πρωτόκολλο της Ναγκόγια» σημειώνοντας όμως ότι εκκρεμεί να οριστικοποιηθεί η κοινά αποδεκτή απόδοση της ορολογίας του Πρωτοκόλλου στα ελληνικά από την επιστημονική κοινότητα.

Στην παρούσα παρουσίαση θα μας απασχολήσει μία ειδικότερη διάσταση που θέτει το Πρωτόκολλο και για την οποία, κατά τη γνώμη μου, υπάρχει και πολιτική διάσταση, και η οποία είναι το ποιος επωφελείται από τη παροχή της Παραδοσιακής Γνώσης που έχει σχέση με τους Γενετικούς Πόρους, δηλαδή – με όρους του Πρωτοκόλλου –ποιους αφορά, εντός Ελλάδος, η Πρόσβαση και Διαμοιρασμός Ωφελειών (το «ABS») αναφορικά με την ωφέλεια για την παροχή Παραδοσιακής Γνώσης που έχει σχέση με τους Γενετικούς Πόρους.
Κατά γενική ομολογία η Ελλάδα έχει μάλλον το ρόλο του παρόχου γενετικών πόρων παρά του χρήστη. Στην Ελλάδα φύονται 7.000 περίπου διαφορετικά άγρια φυτά που αντιστοιχούν στο 50% περίπου των φυτών της Ευρώπης εκ των οποίων το ¼ περίπου είναι ενδημικά της χώρας μας, μία αγριοβιοποικιλότητα που σε συνδυασμό με τις παραδοσιακές καλλιέργειες που έχουν προσαρμοστεί στις ιδιαίτερες εδαφοκλιματικές συνθήκες ενσωματώνοντας την διαγενεακή παραδοσιακή γνώση και τις μακροχρόνιες αγροτικές πρακτικές αποτελούν έναν γενετικό πλούτο ο οποίος στο πλαίσιο του Πρωτοκόλλου της Ναγκόγια μπορεί να αποδειχθεί σημαντικός εθνικός πόρος.

Σύμφωνα με το Πρωτόκολλο της Ναγκόγια επωφελούμενες από την παροχή γενετικών πόρων και παραδοσιακής γνώσης που έχει σχέση με τους γενετικούς πόρους μπορεί να είναι – εκτός από το κεντρικό Κράτος – και «αυτόχθονες και τοπικές κοινότητες» (indigenous and local communities – ILC). Και ενώ ABS για τον ίδιο το γενετικό πόρο, όταν τίθεται ζήτημα διαμοιρασμού των ωφελειών τόσο με το κεντρικό Κράτος όσο και με ILC, υφίσταται – κατά το Πρωτόκολλο – μόνο όταν ήδη αυτές οι κοινότητες έχουν αναγνωρισμένα δικαιώματα επί του γενετικού πόρου, δικαιώματα που δεν υφίστανται στο ελληνικό δίκαιο για καμία κοινότητα, για ABS στην Παραδοσιακή Γνώση που έχει σχέση με Γενετικούς Πόρους δεν τίθεται αυτή η προϋπόθεση. Δηλαδή για διαμοιρασμό των ωφελειών από παροχή Παραδοσιακής Γνώσης που έχει σχέση με Γενετικούς Πόρους ωφελούμενος μπορεί να είναι και ILC (ή θεωρητικά μόνο ILC). Αυτά μπορούν να ισχύουν στην Ελλάδα με δεδομένο, βέβαια, ότι αναγνωρίζεται ότι εντός Ελλάδος υπάρχουν αυτόχθονες ή/και τοπικές κοινότητες. Ειδικά για τις αυτόχθονες κοινότητες, η Ελλάδα έχει ήδη ανακοινώσει στο πλαίσιο της Σύμβασης για τη Βιοποικιλότητα ότι στην Ελλάδα ‘δεν υφίστανται αυτόχθονες κοινότητες’. Σε αυτό το σημείο πρέπει να σημειωθεί ότι η Σύμβαση για τη Βιοποικιλότητα υιοθετεί μόνο τον όρο «αυτόχθονες κοινότητες» σε αντίθεση με το Πρωτόκολλο το οποίο διευρύνει τον όρο σε «αυτόχθονες και τοπικές κοινότητες». Κατ’ αρχάς πρέπει να συμφωνήσουμε ότι «αυτόχθονες» και «τοπικές» κοινότητες είναι διαφορετικά πράγματα, και επομένως η ανακοίνωση της Ελλάδας δεν καλύπτει και το Πρωτόκολλο. Επομένως για τις «τοπικές κοινότητες» του Πρωτοκόλλου είτε (α) εκκρεμεί ανακοίνωση – το πιθανότερο – η οποία θα τους επιφυλάσσει την ίδια τύχη με τις αυτόχθονες κοινότητες ή σιωπηλά θα αντιμετωπιστούν από τη Διοίκηση – παρανόμως – ως μη υφιστάμενες και στο πλαίσιο του Πρωτοκόλλου όπως και στη Σύμβαση είτε (β) θα αναγνωριστεί – μόλις το Πρωτόκολλο τεθεί σε εφαρμογή για όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση μέσω Κοινοτικού Κανονισμού του οποίου η υιοθέτηση επίκειται από στιγμή σε στιγμή – ότι υφίστανται στην Ελλάδα «τοπικές κοινότητες» κατά την έννοια του Πρωτοκόλλου.

Τα κινήματα, κατά την άποψή μου, πρέπει να συζητήσουν και να προβληματιστούν για το ζήτημα της ABS και στις «τοπικές κοινότητες» στην παραδοσιακή γνώση που έχει σχέση με τους γενετικούς πόρους. Κατά τη γνώμη μου οι τοπικές κοινότητες πρέπει και να αναγνωριστούν ότι υφίστανται στο πλαίσιο του Πρωτοκόλλου και να είναι μέρος της διαδικασίας Πρόσβασης και Διαμοιρασμού Ωφελειών (ABS). Αλλιώς, για παράδειγμα, τα μαστιχοχώρια της Χίου δεν θα έχουν καμία συμμετοχή από τα κέρδη για μία εφαρμογή της μαστίχας από μία αλλοδαπή εταιρεία η οποία θα εφαρμόσει μία παραδοσιακή χρήση της μαστίχας, ως π.χ. συστατικό σε σαπούνι και οι Αμοιβαία Αποδεκτοί Όροι (μΑΤ) θα έχουν ως εταίρο από πλευράς Ελλάδας μονάχα το Κεντρικό Κράτος (τον Υπουργό Οικονομικών κατά πάσα πιθανότητα) ερήμην των τοπικών κοινοτήτων, γεγονός προφανώς άδικο. Αξίζει δε να σημειωθεί σε αυτό το σημείο, αν δεν έχει ήδη γίνει κατανοητό, ότι η παραδοσιακή γνώση σε σχέση με το γενετικό πόρο ίσως να είναι και σημαντικότερη ακόμη και από τον ίδιο το πόρο γιατί, για παράδειγμα, αν παραμείνουμε στη μαστίχα, αυτή δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ρυτίνη του δέντρου Pistacia lentiscus var. Chia. Είναι η παραδοσιακή γνώση για τις χρήσεις και τις ιδιότητες αυτής της ρυτίνης που της δίνει αξία, την καθιστά γενετικό πόρο άξιο πρόσβασης. Αντίστοιχα μπορεί να αναφέρει κανείς άλλους πόρους όπως καρπούς, ρίζες, βότανα κ.ο.κ. που χωρίς την παραδοσιακή γνώση που σχετίζεται με αυτούς είναι αδιάφοροι πρόσβασης.

Πέρα από το ζήτημα της ανάδειξης του θέματος της αναγνώρισης από την Ελλάδα των «τοπικών κοινοτήτων» ως συνδικαιούχο ABS από κοινού με το Κεντρικό Κράτος, πηγαίνοντας ένα βήμα παραπέρα, θα πρότεινα ήδη τη θέσπιση-αυτοοργάνωση διαπραγματευτικών οργάνων (ή την διεύρυνση υπαρχόντων σχημάτων και προς αυτή την κατεύθυνση) από τα κάτω ως «Οργανισμούς Διατήρησης της Τοπικής Παραδοσιακής Γνώσης» για να μπορούν να διεκδικήσουν το μερίδιο που αναλογεί στην τοπική κοινότητα αν και εφόσον τεθεί στο μέλλον ζήτημα διαμοιρασμού των ωφελειών από την πρόσβαση στην Παραδοσιακή Γνώση της τοπικής αυτής κοινότητας που έχει σχέση με Γενετικούς Πόρους. Αυτοί οι Οργανισμοί θα μπορούσαν να λειτουργήσουν με συνεταιριστική ή άλλη συλλογική μορφή, και προφανώς με μαζικότητα – ώστε αφενός να μην αμφισβητείται η έκφραση μέσω αυτών της τοπικής κοινότητας αφετέρου να μην αναλάβουν το ρόλο αυτό αυτόκλητες μΚΟ ή άλλοι ‘ενδιαφερόμενοι’.

Να οργανωθούν οι τοπικές κοινότητες για να υπερασπιστούν τα δίκαιά τους έγκαιρα, καθώς η υιοθέτηση του Κοινοτικού Κανονισμού εφαρμογής του Πρωτοκόλλου – που ως γνωστόν είναι νομοθέτημα άμεσης εφαρμογής στο εσωτερικό δίκαιο- ήδη υιοθετήθηκε γεγονός το οποίο έχει προκαλεί σημαντική κινητικότητα και προβληματισμό στους νομικούς περιβάλλοντος και στους επιστήμονες με αντικείμενο μελέτης τους γενετικούς πόρους σε όλη την Ευρώπη.

Αντώνης Σηφάκης
Δικήγορος Δ.Ν., Νομικός Περιβάλλοντος

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ