πάρκο περιβαλλοντικής ευαισθητοποίησης ΑΝΤΩΝΗΣ ΤΡΙΤΣΗΣ πάρκο καταπάτησης, αυθαιρεσίας και διαφθοράς;

Η αντίληψή μας για το φυσικό τοπίο είναι συνήθως συνυφασμένη με την άποψη ότι αποτελεί τμήμα-μέρος του χώρου που δραστηριοποιούμαστε. Όμως η ίδια η γεωγραφική εγκατάσταση του ανθρώπου προσδιορίζεται από το φυσικό περιβάλλον. Το φυσικό περιβάλλον ορίζει τελικά τον χώρο που θα δραστηριοποιηθεί ο άνθρωπος από τους αρχαίους χρόνους. Είναι κοινά αποδεκτό πλέον ότι υπάρχει μια έντονη αλληλεξάρτηση μεταξύ περιβάλλοντος και κοινωνίας. Η διάρθρωση της ανθρώπινης δραστηριότητας αλλά και η πολιτική οργάνωση και οι θεσμοί που διέπουν την κοινωνία, επηρεάζουν καταλυτικά το χώρο γύρω μας και ιδιαίτερα τον δημόσιο.

H περιοχή όπου σήμερα βρίσκεται το Πάρκο περιβαλλοντικής ευαισθητοποίησης Αντώνης Τρίτσης, από το μακρινό παρελθόν αποτελούσε καταφύγιο για ανθρώπους και ζώα. Σε εργασίες δημιουργίας καταφυγίου από τις κατοχικές δυνάμεις (1944), στον Πύργο Βασιλίσσης, βρέθηκαν διάφορα απολιθώματα πικερμικής περιόδου (12.000.000 ετών περίπου) ιππαρίων, γαζελών, προβοσκιδωτών, ρινόκερων και καμηλοπαρδάλεων που μαρτυρούν την ύπαρξη στέπας. Βρέθηκε επίσης μια σιαγόνα ανθρωποειδούς (Graecopithecus freybergi) ηλικίας 7-8 εκατομμυρίων ετών της οποίας η αξία είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς υπάρχουν ελάχιστα ευρήματα στην Ευρώπη που να αποδεικνύουν την ύπαρξη «παλαιοανθρώπων».

Στην αρχαία Ελλάδα, στην ίδια περιοχή υπήρχε ναός του Απόλλωνα που περιβαλλόταν από ιερό Άλσος. Εκεί βρέθηκαν και δυο επιγραφές (του 4ου π.χ. αι. περίπου), που προτρέπουν τους πολίτες να σέβονται το άλσος και συγκεκριμένα: «να μην κόβουν κλαδιά, να μην ξεριζώνουν δέντρα και να μην φτιάχνουν κάρβουνα στο δάσος» και καταγράφονταν συγκεκριμένες ποινές για όποιον παρέβαινε τις άνω οδηγίες.

Στους νεότερους χρόνους η Αμαλία σε επίσκεψή της στο χώρο, εντυπωσιάζεται από το κάλλος της περιοχής και δημιουργεί ένα ενιαίο κτήμα. Το 1854 εγκαινιάζεται ο Πύργος και το πρότυπο κτηνοτροφικό και γεωργικό κέντρο που καταλαμβάνει τότε περίπου 2.500 στρέμματα. Στο κτήμα εφαρμόζονται πρωτοπόρες τεχνολογίες και ο σχεδιασμός των κήπων γίνεται από τους γεωπόνους του Εθνικού Κήπου (Φρειδερίκος Σμιθ και μπαρώ). Έπειτα από την έξωση του Όθωνα από την Ελλάδα, η Β’ Εθνοσυνέλευση το 1863 κηρύσσει την έκταση κρατική και τη θέτει υπ’ ευθύνη του Υπουργείου Οικονομικών. Στη σύγχρονη εποχή φέρεται να έχει ιδιοκτησία στο χώρο η οικογένεια Σερπιέρη και η Αγροτική εταιρεία «Πύργος Βασιλίσσης Α.Ε.». μεγάλο μέρος της περιοχής του Πύργου Βασιλίσσης μένει στο δημόσιο εγκαταλελειμμένη και χρησιμοποιείται από την πολιτεία κυρίως ως «Τράπεζα γης». Παρόλα αυτά, εξακολουθεί να αποτελεί χώρο αναψυχής και απόλαυσης της φύσης από πολίτες και αποτελεί βασικό προορισμό εκδρομών, όπου σχολεία, Γυμνάσια και Λύκεια της Δυτικής Αττικής (οι οποίοι έχουν ιδιαίτερα προβλήματα υποβάθμισης και έλλειμμα σε χώρους πρασίνου), επισκέπτονται και τον απολαμβάνουν. Από τις αρχές της δεκαετίας του ‘80 το δημόσιο ξεκινά παραχωρήσεις εκτάσεων σε μεγάλο αριθμό οργανισμών και ιδρυμάτων (Εθνικό Ίδρυμα Νεότητας, μαθητική εστία, ίδρυμα μητέρα, ίδρυμα Θεοτόκος, Εργατική Εστία κ.α.). Δημιουργήθηκαν έργα κοινωφελών σκοπών (σχολεία, βρεφονηπιακοί σταθμοί) αλλά ακολούθησαν και χρήσεις μεγάλων εκτάσεων χωρίς νόμιμα παραχωρητήρια, από εκκλησία, προσκόπους και αθλητικούς συλλόγους, ενώ στην περίμετρό του έχουν αναπτυχθεί από πάρκινγκ απορριμματοφόρων των όμορων δήμων έως πάρκινγκ γηπέδων, φυτώρια κ.λπ.), και έτσι τέθηκαν τα θεμέλια της αυθαιρεσίας και κατακερματισμού του χώρου που παρατηρούνται έως σήμερα.

Το 1987 ο υπουργός ΠΕΧΩΔΕ Αντώνης Τρίτσης δείχνει έμπρακτο ενδιαφέρον και αποφασίζει την εκπόνηση μελέτης ενιαίου χαρακτήρα του κτήματος του Πύργου Βασιλίσσης. Το 1992 ο χώρος παραχωρείται στον Οργανισμό Ρυθμιστικού Αθήνας και αρχίζει η προσπάθεια διάσωσης και ανάδειξης του χώρου σε υπερτοπικό Πάρκο Περιβαλλοντικής Ευαισθητοποίησης. Το 2001 η έκταση παραχωρείται στον ΑΣΔΑ με σκοπό τη φύλαξη και προστασία του χώρου. Το 2003 η έκταση παραχωρείται στον Οργανισμό Διοίκησης και Διαχείρισης Πάρκου Περιβαλλοντικής Ευαισθητοποίησης Αντώνη Τρίτση για την πραγματοποίηση σκοπών περιβαλλοντικής ευαισθητοποίησης. Τα βασικά έργα διαμόρφωσης περιλάμβαναν την δημιουργία τεχνικών λιμνών, χάραξη οδών περιπάτου, ενίσχυση του πρασίνου, ανάδειξη των ιστορικών βασιλικών κτιρίων κ.λπ. Τα έργα ολοκληρώθηκαν το 1996 και η έκταση ονομάστηκε Πάρκο Περιβαλλοντικής Ευαισθητοποίησης Αντώνης Τρίτσης, προς τιμήν του πολιτικού που διέσωσε το χώρο από την εγκατάλειψη και αναγνώρισε την ανάγκη προστασίας των ελευθέρων δημόσιων χώρων αλλά και της ανάδειξής τους ως κοιτίδες δημιουργίας περιβαλλοντικής συνείδησης και επαφής με τη φύση. Το κόστος της ανάπλασης ήταν περίπου 8.500.000 ευρώ και έγινε με κοινοτική χρηματοδότηση, η οποία διακόπηκε εσπευσμένα, καθώς σε ελέγχους της Ευρωπαϊκής κοινότητας παρουσιάστηκαν «ελλείψεις παραστατικών». Λόγω των παραπάνω διακόπτεται η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση και το ελληνικό δημόσιο αναλαμβάνει να χρηματοδοτήσει την αποπεράτωση του έργου. Στην περίοδο αυτή την ανάπλαση διαχειρίστηκαν φορείς του Δημοσίου και ο ΑΣΔΑ.
Τη διαχείριση του Πάρκου αναλαμβάνει, από το 2002, (κάτω από την εποπτεία του ΥΠΕΚΑ) φορέας, όπου την πλειοψηφία στο εννεαμελές όργανό του έχουν η τοπική αυτοδιοίκηση, (οι 3 τότε δήμαρχοι των όμορων δήμων, ο ΑΣΔΑ, η νομαρχία, ο Ο.Ρ.Σ.Α, το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο, περιβαλλοντική οργάνωση, εκπ. ΥΠΕΧΩΔΕ). Αυτή η περίοδος και ιδιαίτερα μέχρι το 2008, σημαδεύεται από αναφορές για αδιαφάνεια στη διαχείριση κονδυλίων για έλλειψη δικαιολογητικών δαπανών, κακοδιαχείριση και χρήση του πάρκου από τους δήμους για μικροπολιτικούς και ψηφοθηρικούς σκοπούς, αδιαφορία για καταπατήσεις, κατατμήσεις του χώρου και παράνομες περιφράξεις, ενώ διατάσσεται διαχειριστικός και οικονομικός έλεγχος (ακόμα σε εξέλιξη παρά τις πιέσεις τοπικών παρατάξεων).

Ο αρχικός σχεδιασμός για το Πάρκο περιβαλλοντικής ευαισθητοποίησης Αντώνης Τρίτσης ήταν να αποτελέσει ένα ζωντανό παράδειγμα βιωματικής επιμόρφωσης και περιβαλλοντικής εκπαίδευσης, ωστόσο ακόμα δεν έχει υπάρξει ομάδα ή έστω ένας εργαζόμενος στο χώρο που να ασχολείται-ειδικεύεται με την οργάνωση, υποστήριξη, το σχεδιασμό και την υλοποίηση εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων για τους χρήστες του πάρκου. Δεκαοκτώ χρόνια έπειτα, τα εκπαιδευτικά προγράμματα που κυρίως πραγματοποιούνται εκεί σήμερα είναι από μΚΟ που δραστηριοποιούνται στο χώρο, με εισιτήριο. Αντίθετα ξεφυτρώνουν με ταχύ ρυθμό καφετέριες, πάγκοι πώλησης μικροαντικειμένων, τροφίμων, φυτών αλλά και αυτοσχέδια «λούνα πάρκ» επικίνδυνα και χαμηλού κόστους κατασκευής, με καλώδια παροχής ρεύματος που θάβονται πρόχειρα κάτω από τα μηχανήματα από μοκέτες και χαλίκια, ενοικιάσεις τετραθέσιων ποδηλάτων και μηχανοκίνητων, χωρίς καμία πρόβλεψη ασφαλείας, χωρίς ηλεκτρολογικές μελέτες κ.α.. Διοικητικά, η έκταση του πάρκου ανήκει στο Δήμο Ιλίου, ο οποίος έως σήμερα από όσο μας έχει γίνει γνωστό, δεν έχει εκδώσει άδεια λειτουργίας για καμία από τις εμπορικές χρήσεις που υπάρχουν, αν και κάποιες δραστηριοποιούνται εδώ και περίπου δέκα χρόνια.

αράλληλα όμως κανένας δεν έχει προβεί σε άλλα δραστικότερα μέτρα για την απομάκρυνση ή διακοπή των δραστηριοτήτων αυτών.
Αν και οι σύγχρονες προσεγγίσεις για το σχεδιασμό των ανοικτών δημόσιων χώρων προϋποθέτουν τη συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών, μέχρι σήμερα ποτέ δεν υπήρξε πρόσκληση για διαβούλευση από την πολιτεία στη διαδικασία οργάνωσης και σχεδιασμού του χώρου, η οποία αποφασίζεται συνήθως από δημόσιες υπηρεσίες με υποκίνηση των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης των όμορων δήμων. Οι κάτοικοι επιμένουν να προσπαθούν να επηρεάσουν το σχεδιασμό και να συμμετέχουν στη λήψη αποφάσεων για το χώρο μέσω επιτροπών, ανοικτών συνελεύσεων, παρεμβάσεων στα δημοτικά συμβούλια των δήμων, παρουσία στις συνεδριάσεις του φορέα διαχείρισης του Πάρκου Τρίτση, με μαζικές κινητοποιήσεις αλλά και θεσμικά μέσω εγγράφων καταγγελιών σε δημόσιες υπηρεσίες και αρχές όπου απαιτείται. Από τη δεκαετία του ’80 με τις παρεμβάσεις και κινητοποιήσεις τους απέτρεψαν οικοπεδοποίηση και ανέγερση δημοσίων κτιρίων (ΟΑΕΔ, ΕΛΟΤ), και μπλοκάρισαν επιπλέον εμπορικές χρήσεις που δημοπρατήθηκαν. Δημιούργησαν στο χώρο ένα πυρήνα αυθόρμητης δημόσιας διαβούλευσης και συλλογικής έκφρασης για την αξία των ελεύθερων δημόσιων ανοικτών χώρων αλλά και γενικότερα το Πάρκο Α. Τρίτσης αποτελεί πλέον, χώρος έκφρασης όχι μόνο κατοίκων της Αττικής αλλά και κοινωνικής ενσωμάτωσης, προσφύγων, οικονομικών μεταναστών κ.α.. Να σημειώσουμε εδώ ότι τα Σαββατοκύριακα και ιδιαίτερα από άνοιξη έως Σεπτέμβριο που είναι η ανώτατη περίοδος επισκεψιμότητας του πάρκου, έχουν καταμετρηθεί 14.000-15.000 επισκέπτες ημερησίως, ενώ σε αργίες όπως την Καθαρή Δευτέρα οι επισκέπτες είναι περίπου 40.000 και προσέρχονται από όλη την Αττική, γεγονός που αποδεικνύει τον υπερτοπικό χαρακτήρα του Πάρκου.

Στις 17/9/2014 οι κάτοικοι για ακόμα μια φορά ενημερώθηκαν, σαν να μην τους αφορά ο σχεδιασμός του δημόσιου χώρου, σαν να αποτελεί αυτός μια εντελώς ιδιωτική και εμπορική υπόθεση, ότι το Πάρκο παραχωρήθηκε στον Αναπτυξιακό Σύνδεσμο Δυτικής Αττικής με fast track νομοθετική μεταρρύθμιση. Να σημειωθεί ότι δεν είχε προηγηθεί ως θέμα συζήτησης στα δημοτικά συμβούλια των δήμων της Δυτικής Αττικής. Στην τροπολογία δεν αναφέρεται συγκεκριμένη κρατική χρηματοδότηση όπως αυτή αναφερόταν στα προηγούμενα προεδρικά διατάγματα, αντίθετα, ο ΑΣΔΑ αποκτά κυριότητα και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί του συνόλου της κινητής και ακίνητης περιουσίας του μητροπολιτικού φορέα (στο Παρκο Τρίτση περίπου 940 στρέμματα), αλλά και το δικαίωμα να συνάπτει συμφωνίες με αντικείμενο την εκμετάλλευση, αξιοποίηση ή διαχείριση των περιουσιακών του στοιχείων. Η επέκταση των εμπορικών χρήσεων και των χρήσεων τέτοιου είδους αναψυχής σαφώς αλλοιώνει τους σκοπούς ίδρυσης του Πάρκου.

Τελικά υπάρχει δημόσιος χώρος ή μήπως δημόσιος ορίζεται πλέον ο χώρος ο οποίος μπορεί να λειτουργήσει ως κάτι άλλο, ως τράπεζα γης ή να μπορεί να αποφέρει μόνο υλικά κέρδη; μήπως η ύπαρξή των δημόσιων χώρων εξαρτάται αποκλειστικά από το αν «μπορούν να βγάλουν λεφτά», από την ανταλλακτική αξία τους; Έμμεσα ή άμεσα η επίσκεψη σε πάρκα και πλατείες όπου τα τραπεζοκαθίσματα καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος των ελευθέρων χώρων και εκδιώκουν όσους δεν μπορούν να καταβάλλουν ένα «εισιτήριο χρήσης», αλλοιώνουν και τελικά ακυρώνουν την έννοια του δημόσιου χώρου και της αξίας του ως τέτοιου. Το σημαντικότερο όμως είναι η εγκαθίδρυση μιας κουλτούρας που απαξιώνει συνολικά τη φύση. Παρόλο που η νομοθεσία προστατεύει τα πάρκα και τα άλση και αποτρέπει την αλλαγή του χαρακτήρα τους, η πρακτική και η πολιτική που εφαρμόζεται είναι αυτή της εμπορευματοποίησης σε κάθε επίπεδο και με οποιοδήποτε κόστος.

Χρυσούλα Ρουσάκη
μέλος της ανοικτής συνέλευσης κατοίκων για τη σωτηρία του Πάρκου Τρίτση

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ