περί βοσκοτόπων

PHOTO-19

Τη σπουδαιότητα της κτηνοτροφίας για την οικονομία της χώρας δεν την αμφισβητεί κανείς. Ιδίως όταν μιλάμε για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας και ειδικότερα για τον ρόλο του κλάδου σε αυτή καθώς και στην παραγωγική ανασυγκρότηση του ίδιου του γεωργικού τομέα.

Η Ελλάδα έχει την τύχη να έχει μεγάλη ποικιλία φυσικών οικοσυστημάτων που στηρίζουν την κτηνοτροφία. Φρυγανικές εκτάσεις στις πιο ξηροθερμικές περιοχές της χώρας, ποολίβαδα και χορτολίβαδα όπου εκτρέφονται κυρίως πρόβατα και βοοειδή, δασικές εκτάσεις με θάμνους και δέντρα όπου βόσκονται κυρίως από αίγες, υψηλά παραγωγικά δάση καθώς και λειμώνες (γεωργικές εκτάσεις που είναι σπαρμένες με κτηνοτροφικά φυτά).

Για ποια κτηνοτροφία όμως μιλάμε; Το μοντέλο που προωθείται και επιδοτείται πανευρωπαϊκά εδώ και πολλά χρόνια είναι αυτό της εντατικής βιομηχανοποιημένης κτηνοτροφίας (κυρίως βοοτροφίας και δευτερευόντως χοιροτροφίας και πτηνοτροφίας). Αυτός ο τρόπος εκτροφής συνδέεται άμεσα με τη γαλακτοβιομηχανία και τη βιομηχανία κρέατος. Αυτό το είδος κτηνοτροφίας καταναλώνει το 60% των παραγόμενων σιτηρών στην ΕΕ, χρησιμοποιεί επεξεργασμένες ζωοτροφές και ευθύνεται για το 14,5% των εκπομπών CO2 που προκαλούνται από ανθρώπινους παράγοντες ετησίως. Οι ανάγκες της βιομηχανοποιημένης κτηνοτροφίας οδηγούν σε εντατικές μεγάλες μονοκαλλιέργειες σιτηρών ή κτηνοτροφικών φυτών, με δυσμενείς συνέπειες στη γονιμότητα του εδάφους και στη διατήρηση της βιοποικιλότητας, υπονομεύοντας την επισιτιστική ασφάλεια και τους φυσικούς πόρους από τους οποίους εξαρτάται η γεωργία.

Η κτηνοτροφία στην Ελλάδα

Το μοντέλο που περιγράφεται παραπάνω ελάχιστα σχετίζεται με την παράδοση της χώρας μας στην κτηνοτροφία. Η σταβλισμένη κτηνοτροφία (βοοτροφία και χοιροτροφία) κατέχει σημαντική θέση, όπως επίσης σημαντική είναι και η εκτατική βοοτροφία. Αλλά η χαρακτηριστική μορφή κτηνοτροφίας για την Ελλάδα είναι η αιγοπροβατοτροφία. μορφή που ταιριάζει στο ανάγλυφο και τις κλιματικές συνθήκες της χώρας. Πιο συχνά βλέπει κανείς κατσίκια σε υψώματα, παρά αχανή λιβάδια όπου βόσκουν αγελάδες.

Η εκτατική κτηνοτροφία στην Ελλάδα ασκείται κυρίως σε εκτάσεις που στην πλειονότητά τους είναι δασικές εκτάσεις, μεγάλο μέρος των οποίων χωρίς βόσκηση έχουν την τάση να επιστρέφουν στην αρχική τους κατάσταση, να γίνονται δηλαδή δάση. Από την άλλη, η βοσκή εντός των δασών είναι επιτρεπτή και συχνά επιθυμητή δραστηριότητα, με την προϋπόθεση ότι εξελίσσεται στο πλαίσιο της δασικής νομοθεσίας βάσει της οποίας ρυθμίζεται από το 1836 στο πλαίσιο της ορθολογικής, ισόρροπης και αειφόρου διαχείρισης του χώρου. Οι εκτάσεις αυτές έχει επικρατήσει να ονομάζονται βοσκότοποι.

Κατά τη συζήτηση για τις εκτάσεις αυτές, που τελευταία βαφτίζονται με διάφορα ονόματα, παραβλέπεται ότι η βόσκηση αγροτικών ζώων αποτελεί μια από τις περιβαλλοντικές τους υπηρεσίες, κρίσιμη για τα ίδια τα οικοσυστήματα, την οικονομία της υπαίθρου και την εθνική οικονομία αλλά όχι η μόνη. Η διαχείρισή τους δεν μπορεί να αποκοπεί από τη διαχείριση των υπόλοιπων φυσικών οικοσυστημάτων, δηλαδή των δασών, των υγροτόπων κ.λπ. και είναι σκόπιμο να αποτελεί μέρος της ολοκληρωμένης διαχείρισης του συνόλου των εκτάσεων με φυσική βλάστηση από τη Δασική Υπηρεσία, στο πλαίσιο μιας εκσυγχρονισμένης (και όχι κουτσουρεμένης όπως επιδιώκεται με την κατάργηση του άρθρου 103 του Δασικού Κώδικα) δασικής νομοθεσίας. Αυτό συμβαίνει γιατί η βλάστηση μιας περιοχής είναι δυναμική. Ανθρώπινες επεμβάσεις, φυσικές διαταραχές και η κλιματική αλλαγή μπορεί να μεταβάλλουν σε λίγα χρόνια την κατάστασή τους, κάτι που απαιτεί από τους διαχειριστές να αλλάξουν τον σκοπό διαχείρισης. Ένα δάσος σε χαμηλό υψόμετρο που δεν αναγεννάται φυσικά λόγω κλιματικής αλλαγής μπορεί να κριθεί ότι μπορεί να διατεθεί για βόσκηση και μια ανάλογη έκταση στα ορεινά να κριθεί ότι πρέπει να δασωθεί για υδρονομικούς λόγους ή για τη διατήρηση ενός βασικού αποθέματος ξυλείας.

Ενώ λοιπόν όλοι δέχονται ότι οι βοσκότοποι ή βοσκήσιμες εκτάσεις αποτελούν τον μεγαλύτερο σε έκταση ανανεώσιμο φυσικό πόρο της χώρας ή την πλέον εκτεταμένη χρήση γης, ελάχιστοι αποδέχονταν ότι για την ορθή διαχείρισή του πρέπει να απογράφεται τακτικά. Κρίσιμο στοιχείο της απογραφής είναι η χαρτογράφηση. Αυτή έχει ήδη γίνει μια φορά και είναι η αποτύπωση σε ορθοφωτοχάρτες του τύπου της φυσικής βλάστησης κατά κλάσεις συγκόμωσης, πυκνότητας κ.λπ. που έχει γίνει από τη Δασική Υπηρεσία. Δυστυχώς όμως η χαρτογράφηση αυτή χρειάζεται επικαιροποίηση (είναι παλαιότερη των 20 ετών). Αν οι ελληνικές κυβερνήσεις είχαν χρηματοδοτήσει τακτικές απογραφές δασικών και λιβαδικών πόρων που συνεχώς ζητούσε η Δασική Υπηρεσία αλλά και επιστημονικές εταιρείες (Ελληνική Λιβαδοπονική Εταιρεία, Ελληνική Δασολογική Εταιρεία) και είχε εξαρχής οργανωθεί η κατανομή των εκτάσεων που χρειάζεται η εκτατική κτηνοτροφία με βάση αυτά τα δεδομένα δεν θα είχαμε σήμερα παρά μόνο το πρόβλημα της σύνταξης των διαχειριστικών μελετών.

Τι συμβαίνει λοιπόν;

Το ζήτημα είναι ότι δεν μας λείπουν εκτάσεις επιλέξιμες. μας λείπει η χαρτογράφηση των εκτάσεων σύμφωνα με τον ορισμό καταλληλότητας που θέτει η ΚΑΠ ώστε στη συνέχεια να γίνει η κατανομή της στους κτηνοτρόφους. Δεν αποτελεί λοιπόν πρόβλημα αν οι εκτάσεις είναι δασικές ή όχι, γιατί η δασική νομοθεσία επιτρέπει τη βόσκηση ακόμα και στα δάση εφόσον κάτι τέτοιο προβλέπεται από κατάλληλο σχέδιο διαχείρισης.

Ένας ακόμα παράγοντας που περιπλέκει την επίλυση του ζητήματος των επιλέξιμων βοσκήσιμων εκτάσεων για την εκτατική κτηνοτροφία (αιγοπροβατοτροφία) είναι η εκμετάλλευση επιλέξιμων βοσκήσιμων εκτάσεων από τη σταβλισμένη (εντατική) κτηνοτροφία. Για να μπορεί να επιδοτηθεί η εντατική κτηνοτροφία στερεί επιλέξιμες εκτάσεις από την εκτατική. Το ζήτημα λοιπόν για την κατεύθυνση που θέλουμε να δώσουμε στην κτηνοτροφία, επανέρχεται. Τρόποι ενίσχυσης της κάθε μορφής κτηνοτροφίας υπάρχουν. Δεν είναι οι επιδοτήσεις των βοσκήσιμων εκτάσεων το μόνο εργαλείο!

Προτάσεις για μια ολοκληρωμένη λύση

• Αποφυγή νομοθετικών και διοικητικών πειραματισμών όπως η κατάργηση του άρθρου 103 του Δασικού Κώδικα και η εμπλοκή με ασαφή μάλιστα τρόπο μη κρατικών οργάνων στη διαχείριση φυσικών πόρων (Επιτροπές Παρακολούθησης). Αυτά μπορεί να βάλουν σε κίνδυνο τη δημόσια περιουσία και να προσκρούσουν στις συνταγματικές προβλέψεις προκαλώντας σοβαρότατες επιπτώσεις στην ομαλή άσκηση της εκτατικής κτηνοτροφίας.

• Επικέντρωση των προσπαθειών στη χαρτογράφηση και απογραφή των λιβαδικών και δασικών πόρων που θα επιτρέψει (μεταξύ άλλων) και τον βέλτιστο σχεδιασμό της ανάπτυξης της εκτατικής κτηνοτροφίας. Αυτό δεν χρειάζεται καμία νέα βάση δεδομένων. Αρκεί η επικαιροποίηση των ορθοφωτοχαρτών που μπορεί να γίνει με τη χρήση συνδυασμού πρόσφατων δεδομένων που διαθέτουν οι υπηρεσίες του ΥΠΑΠΕΝ και αποτελεσμάτων εργασίας πεδίου για προσωρινά και μόνιμα διαχειριστικά σχέδια. Οι ελάχιστες εκτάσεις που δεν περιλαμβάνονται στις δασικές μπορούν να καταγραφούν εδώ, δεν θα κινδυνεύσει η νομική τους κατάσταση. Ως υπεύθυνη υπηρεσία μπορεί να οριστεί η Διεύθυνση Σχεδίων Προστατευόμενων Περιοχών, Θαλάσσιου Χώρου και Δασικών Χαρτών του ΥΠΑΠΕΝ με τη συνδρομή και άλλων υπηρεσιών εφόσον χρειαστεί. Στο ίδιο πλαίσιο, πρέπει να επιλυθεί το πρόβλημα με τα δημόσια δεδομένα που παράνομα δεν διαθέτουν ελεύθερα διάφοροι φορείς παρότι έχουν συλλεχθεί και επεξεργαστεί με δημόσια χρηματοδότηση.

• Υιοθέτηση των προδιαγραφών των μόνιμων διαχειριστικών σχεδίων που έχουν εκπονηθεί από επιτροπή ειδικών στη Γενική Διεύθυνση Ανάπτυξης, Προστασίας Δασών και Αγροπεριβάλλοντος για να προετοιμασθεί η εκπόνησή τους. Αυτές πρέπει να είναι συμβατές με τις δασικές διαχειριστικές μελέτες και να προβλέπουν και απλούς δείκτες παρακολούθησης, όπως η λιβαδική κατάσταση.

• Ενίσχυση των δασικών υπηρεσιών με προσωπικό μόνιμο ή έκτακτο που θα παρακολουθεί την ορθή εκπόνηση και τήρηση των σχεδίων διαχείρισης (προσωρινών και μόνιμων). Η πρόβλεψη αυτή είναι κρίσιμη: α) για την περιβαλλοντική συμμόρφωση και ιδιαίτερα για να εξασφαλιστεί ότι οι ρυθμίσεις της βόσκησης είναι συμβατές με την ευρωπαϊκή περιβαλλοντική νομοθεσία και β) για να εξασφαλιστεί η ταχεία προσαρμογή της διαχείρισης σε περίπτωση καταστάσεων που δεν μπορούν να προβλεφθούν (π.χ. πυρκαγιές, ξηρασίες κ.λπ.).

• Η προστασία των εκτάσεων αυτών από αλλαγές χρήσεων που δεν εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον και την εκτατική κτηνοτροφία και μόνο μετά από ευρεία διαβούλευση.

Ιωάννα ΘεοδοσΙου
Πέτρος Κακούρος

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ