διαχειριστικά σχέδια βοσκοτόπων: οι μύθοι, οι σκοπιμότητες και οι αλήθειες

img_7044

Τους τελευταίους μήνες, η φράση κλειδί που κυριαρχεί στις αντιπαραθέσεις ανάμεσα σε εκπροσώπους αγροτικών φορέων, θεσμικών οργάνων Αυτοδιοίκησης και πολιτικών εκπροσώπων, είναι μία: «διαχειριστικά σχέδια βοσκοτόπων». Χωρίς υπερβολή, η σύνταξη αυτών των διαχειριστικών σχεδίων έχει αναχθεί σχεδόν από το σύνολο των εμπλεκομένων ως το μείζον ζήτημα της ελληνικής κτηνοτροφίας. Όσοι δεν είναι εξοικειωμένοι με τις έννοιες και τους ορισμούς του πρωτογενούς τομέα, εύλογα θα σχημάτιζαν την εικόνα ότι πρόκειται για αντιπαραθέσεις που βασίζονται στην αειφόρο διαχείριση ενός πολύτιμου φυσικού πόρου, όπως οι βοσκότοποι.

Η ουσία ωστόσο της όλης αντιπαράθεσης δεν είναι τίποτε άλλο, εκτός από τη διανομή των αναγκαίων εκτάσεων βοσκοτόπων στους κτηνοτρόφους, ώστε να γίνουν δικαιούχοι κοινοτικών ενισχύσεων. Όταν θα έχει ολοκληρωθεί αυτή η διανομή, η όλη συζήτηση θα έχει λήξει, τουλάχιστον για την πλειοψηφία των εμπλεκομένων σε αυτήν. Και πώς αλλιώς θα μπορούσε να γίνει, όταν επί δεκαετίες η «εθνική» αγροτική πολιτική άρχιζε και τελείωνε με τη διανομή των πόρων της ΚΑΠ (και μάλιστα με τον πλέον αδιαφανή και πελατειακό τρόπο).

Ειδικά στην κτηνοτροφία, η οδυνηρή εμπειρία της απόλυτης αναξιοπιστίας του συστήματος χαρτογραφικής αποτύπωσης των επιλέξιμων βοσκοτόπων (την οποία οφείλαμε να έχουμε ολοκληρώσει από το 2006!), οδήγησε τη χώρα σε καθεστώς επιτήρησης και επιβολή ειδικού σχεδίου δράσης (Αction Plan), με τον πέλεκυ προστίμου 1.5 δις να κρέμεται πάνω από τα δημόσια οικονομικά, φαίνεται ότι δεν συγκίνησε κανένα από τους ιθύνοντες.

Ενώ λοιπόν ήταν γνωστό ήδη από το τέλος του 2013 (ΚΑΝ 1307/2013), ότι διευρύνθηκαν τα κριτήρια ορισμού μιας έκτασης ως βοσκότοπου και πλέον μπορούσε η βλάστησή του να περιλαμβάνει εκτός από αγρωστώδη και λοιπά ποώδη κτηνοτροφικά φυτά, και άλλα είδη, όπως θάμνους και/ή δένδρα που προσφέρονται για βοσκή, καθώς και, εφόσον ληφθεί σχετική απόφαση των κρατών μελών, γη που προσφέρεται για βοσκή και εντάσσεται σε καθιερωμένες τοπικές πρακτικές όπου τα αγρωστώδη και λοιπά ποώδη κτηνοτροφικά φυτά παραδοσιακά δεν επικρατούν στις εκτάσεις βοσκής, η πολιτική ηγεσία του ΥΠΑΑΤ (κ.κ. Τσαυτάρης και Καρασμάνης διαδοχικά) «αγρόν ηγόραζαν».

Αντί να σπεύσουν να ενεργοποιήσουν τις απαιτούμενες διαδικασίες για τη χαρτογράφηση και ενσωμάτωση των επιπλέον εκτάσεων που προέκυπταν από τον διευρυμένο ορισμό, στο υπάρχον χαρτογραφικό υπόβαθρο του ΟΠΕΚΕΠΕ, βρήκαν την ευκαιρία να παρέμβουν στη δασική νομοθεσία, αποκόπτοντας κατ’ αρχήν τους βοσκοτόπους από τα δασικά οικοσυστήματα και αποδίδοντας τη διαχείρισή τους στις οργανώσεις (!) των κτηνοτρόφων, με τροπολογία σε άσχετο νομοσχέδιο (ν. 4264/14, άσκηση εμπορικών δραστηριοτήτων εκτός καταστήματος). Επιπλέον, άφησαν άλλο ένα εξάμηνο μέχρι να ορίσουν τις προδιαγραφές των «προσωρινών διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης», με κοινή υπουργική απόφαση που εκδόθηκε στις 30.12.2014, ενώ ήδη είχαν προκηρυχτεί οι εθνικές εκλογές.

Όλα τα παραπάνω συνοδεύτηκαν από ένα όργιο παραπλάνησης κυρίως των κτηνοτρόφων, ότι δήθεν έτσι εξασφαλίζονταν οριστικά οι ενισχύσεις τους, αφού θα έφταναν οι εκτάσεις των βοσκοτόπων από 14 εκατομμύρια σε 40-50 εκατομμύρια στρέμματα!

Αν και είναι πλέον κοινοτυπία, το πρόβλημα της οριοθέτησης και χαρτογράφησης των βοσκοτόπων, θα είχε προ δεκαετιών λυθεί με δύο θεμελιώδεις πράξεις: κτηματολόγιο και ολοκληρωμένοι δασικοί χάρτες, με τη σύνταξή τους στο πλαίσιο του προβλεπόμενου δασολογίου (Ν. 998/79).

Προφανώς οι παραπάνω διαπιστώσεις δεν αρκούν, όταν η εφαρμογή της νέας ΚΑΠ είναι προ των πυλών. Αυτό που χρειάζεται τώρα, είναι να γίνουν από όλους κατανοητά ότι:

– Δεν ταυτίζονται οι εκτάσεις που σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία μπορούν να βοσκούνται, με αυτές που η κοινοτική νομοθεσία ορίζει ως επιλέξιμους βοσκότοπους.

– Ο ετήσιος προϋπολογισμός της περιφέρειας των βοσκοτόπων είναι το 25% του εθνικού φακέλου, δηλαδή περίπου 450 εκατομμύρια ευρώ ετησίως, ανεξάρτητα από το σύνολο των επιλέξιμων εκτάσεων. Δεν θα αυξηθεί αν αυξηθούν οι επιλέξιμες εκτάσεις.

– Τα διαχειριστικά σχεδία βόσκησης (είτε προσωρινά, είτε οριστικά) δεν είναι μηχανές που «παράγουν» νέους βοσκοτόπους. Αυτό που διασφαλίζουν είναι η ορθολογική και αειφόρος χρήση τους, με την επιτρεπτή πυκνότητα βόσκησης (ΜΜΖ/εκτάριο).

– Το ζητούμενο είναι η κατανομή των κοινοτικών ενισχύσεων να εξασφαλίσει αυτούς που όντως τις δικαιούνται, με έλεγχο των στοιχείων που δηλώνονται, για τη διαφάνεια και τη δικαιοσύνη κατανομής τους.

– Χρειάζεται εντατικοποίηση της συλλογικής προσπάθειας όλων των συναρμόδιων φορέων και υπηρεσιών για την ακριβή αποτύπωση των πραγματικών εκτάσεων, και όχι διαγκωνισμός μεταξύ τους.

Τέλος, η διαχείριση (έστω και άριστη) των κοινοτικών ενισχύσεων δεν μπορεί να είναι η πεμπτουσία της αγροτικής πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ. Η εναλλακτική ριζοσπαστική αγροτική πολιτική μας για την παραγωγική ανασυγκρότηση και την ανόρθωση του πρωτογενούς τομέα με στόχο μια βιώσιμη γεωργία σε όφελος των κοινωνικών αναγκών, είναι επείγον να αρχίσει να παίρνει σάρκα και οστά σήμερα.

Ειρήνη Κατσινοπούλου

συντονίστρια τμήματος Αγροτικής Πολιτικης ΣΥΡΙΖΑ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

  • George Fountas

    Στο δια ταύτα:
    Τι λέει το τμήμα αγροτικής πολιτικής για το νέο(;) νομοσχέδιο για τους βοσκοτόπους.
    Τι λέει αντίστοιχα το τμήμα περιβάλλοντος του ΣΥΡΙΖΑ;
    Γιατί ήταν αυτό απαραίτητο και γιατί δεν μπορούσε η όποια διαχείριση (των κυρίως δασικών εκτάσεων που αφορά) να γίνει στα πλαίσια της ήδη υφιστάμενης και με δυνατότητες βελτίωσης-τροποποίησης δασικής νομοθεσίας;
    Όσον αφορά τον διαγκωνισμό μεταξύ των φορέων για αποτύπωση κλπ, μάλλον σε διαγκωνισμό αρμοδιοτήτων σε επίπεδο υπουργείων πρόκειται και σε διαγκωνισμό ιδιωτικών γραφείων μελετών και συμφερόντων θα εξελιχθεί (και μάλιστα ως παιγνίδι με σημαδεμένη τράπουλα).
    Και τέλος πάντων δεν μπορείτε να αρνηθείτε ότι κάτι δεν πάει καλά. Δεν μπορεί να φθάνουμε πάντα στο παραπέντε και να λέμε ότι εδώ που είμαστε δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι άλλο.
    Τα διαχειριστικά σχέδιαμπορεί να μην παράγουν νέους βοσκοτόπους, μπορούν όμως κάλλιστα όπως διαφαίνεται να παράγουν μόνιμους βοσκοτόπους και μόνο βοσκοτόπους. Ά, και κάτι ακόμα:
    Tελικά μιλάμε για βοσκοτόπους ή για βοσκήσιμες γαίες;