Ο σοσιαλισμός δεν είναι εφικτός σε έναν ερειπωμένο πλανήτη

can-stock-photo_csp8800223

του Alexandre Costa

Ο Alexandre Costa, καθηγητής Ατμοσφαιρικής Επιστήμης στο State University of Ceará της Βραζιλίας, είναι ο συγγραφέας της Βραζιλιάνικης έκθεσης αξιολόγησης για την αλλαγή του κλίματος .Είναι μέλος της Insurgência, της μαρξιστική τάσης του Κόμματος για Σοσιαλισμό και την Ελευθερία (PSOL).

Πέρυσι, η Διακυβερνητική Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC) ξεκίνησε τη δημοσίευση της 5ης έκθεσης αξιολόγησης (ή AR5), αρχικά με την δουλειά από την ομάδα εργασίας Ι, η οποία ασχολείται με τη φυσική βάση της αλλαγής του κλίματος. Τώρα, η διαδικασία AR5 συνεχίστηκε με τη δημοσίευση της «Περίληψης για τους φορείς χάραξης πολιτικής» από την Ομάδα Εργασίας ΙΙ, σχετικά με τις «επιπτώσεις, την προσαρμογή και την τρωτότητα.»

Είναι συνηθισμένο για τη σοσιαλιστική αριστερά να παραμελεί το θέμα της αλλαγής του κλίματος. Αλλά αυτό είναι ένα πολύ σοβαρό λάθος. Εμείς επιμένουμε ότι η αναζήτηση απαντήσεων για το κεντρικό ζήτημα της οικολογικής κρίσης γενικότερα (και ιδίως της κλιματικής κρίσης) είναι ζωτικής σημασίας για τον αγώνα των εργαζόμενων τάξεων και των φτωχών του 21ου αιώνα. Έτσι κι αλλιώς, η μάχη για να αποφευχθεί μια καταστροφική έκβαση αυτής της κρίσης που προκάλεσε ο καπιταλισμός είναι ο αγώνας για τη διαφύλαξη των υλικών συνθηκών για την επιβίωση της ανθρωπότητας με αξιοπρέπεια. Κανένας σοσιαλισμός δεν είναι εφικτός σε μια απομονωμένη χώρα. Κανένας σοσιαλισμός δεν είναι εφικτός, διατηρώντας παράλληλα τον σεξισμό, τον ρατσισμό, την ομοφοβία, την τρανσφοβία και την ξενοφοβία. Κανένας σοσιαλισμός δεν είναι εφικτός σε έναν διαλυμένο πλανήτη.

Είναι οι εκτιμήσεις της IPCC αξιόπιστες;

Ως επί το πλείστον είναι. Ο ρόλος της IPCC είναι να αξιολογήσει την επιστημονική βιβλιογραφία, προκειμένου να συγκεντρώσουν τις τρέχουσες και πλέον προηγμένες γνώσεις στον τομέα του κλίματος και των επιπτώσεών του. Οι εκθέσεις τους είναι επιστημονικές συλλογές υψηλής ποιότητας και μεγάλης αξίας, όχι μόνο για ακαδημαϊκούς σκοπούς. Σε αντίθεση με το μύθο που οι αρνητές της κλιματικής αλλαγής προσπαθούν να διαδώσουν, οι εκθέσεις της IPCC δεν αποτελούν «κινδυνολογίες» ή «καταστροφολογίες». Αντ ‘αυτού, η γλώσσα που χρησιμοποιούν είναι πολύ μετριοπαθής, συντηρητική και άτολμη, διαψεύδοντας το μέγεθος του προβλήματος που προσπαθούν να αντιμετωπίσουν.

Οι εκθέσεις αυτές δεν αφήνουν καμία αμφιβολία σχετικά με την έκταση και το βάθος των αλλαγών που συμβαίνουν στο κλιματικό σύστημα της Γης σήμερα, ούτε σχετικά με τις αιτίες τους. Ο πλανήτης θερμαίνεται, οι πάγοι και οι παγετώνες έχουν συρρικνωθεί, οι θάλασσες ανεβαίνουν σε στάθμη, τα ακραία καιρικά φαινόμενα (καύσωνες, πλημμύρες, ξηρασίες, τυφώνες) έχουν γίνει πιο συχνά ή/και εντείνονται. Αυτά είναι γεγονότα. Ακριβώς όπως είναι γεγονός ότι δεν υπάρχει άλλη πιθανή αιτία για την αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη από την περίσσεια των αερίων του θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα της Γης, ​​δηλαδή το διοξείδιο του άνθρακα που παράγεται από την καύση ορυκτών καυσίμων (πετρέλαιο, άνθρακας και φυσικό αέριο), αλλά και το μεθάνιο, το υποξείδιο του αζώτου (και τα δύο σχετίζονται με τη γεωργία) και οι αλογονάνθρακες.

Ειδικότερα, η συγκέντρωση του CO2 έχει αυξηθεί πάνω από 40% από την προ-βιομηχανική εποχή (περίπου 280 μέρη ανά εκατομμύριο ή ppm) και σε ένα έτος ή δύο θα υπερβαίνει τα 400 ppm κατά μέσο όρο ετησίως (ήδη από το 2014 θα είναι πάνω από τον αριθμό αυτό για αρκετούς μήνες).

Υπάρχει ευρεία συναίνεση εντός της κοινότητας των επιστημόνων του κλίματος πως μια κατά μέσο όρο αύξηση της θερμοκρασίας αρκετών βαθμών θα επιδεινώσει όλη αυτή την εικόνα τόσο πολύ ώστε το κλίμα της Γης να γίνει αρκετά εχθρικό. Αυτό είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα δημιουργήσει μια μη αναστρέψιμη πορεία, αν η υπερθέρμανση του πλανήτη ξεπεράσει τους 2 ° C, η οποία αναμένεται να συμβεί μετά από μια συγκέντρωση CO2 άνω των 450 ppm. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι προβλέψεις του IPCC έχουν επιβεβαιωθεί ή υποτιμούν τον ρυθμό των αλλαγών: η πραγματικότητα της ανόδου της στάθμης της θάλασσας και ειδικότερα η απώλεια του θαλάσσιου πάγου στην Αρκτική είναι πολύ πιο σοβαρή από ότι εθεωρείτο μέχρι σήμερα.

Ανισότητα στις εκπομπές, ανισότητα στις παροχές, ανισότητα στις επιπτώσεις

«Όλες οι πτυχές της ασφάλειας των τροφίμων δυνητικά επηρεάζονται από την κλιματική αλλαγή, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης σε τρόφιμα, της χρησιμοποίησής τους και της σταθερότητας των τιμών»
«Η κλιματική αλλαγή κατά τον 21ο αιώνα προβλέπεται να αυξήσει τη μετατόπιση των ανθρώπων»
“Η κλιματική αλλαγή μπορεί να αυξήσει έμμεσα τους κινδύνους των βίαιων συγκρούσεων με τη μορφή του εμφυλίου πολέμου και τη δια-ομαδική βία ενισχύοντας αυτές τις συγκρούσεις, μέσω της φτώχειας και των οικονομικών κρίσεων»
«Κατά τη διάρκεια του 21ου αιώνα, οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής αναμένεται να επιβραδύνουν την οικονομική ανάπτυξη, καθιστώντας πιο δύσκολη τη μείωση της φτώχειας, πλήττοντας περαιτέρω την ασφάλεια των τροφίμων και δημιουργώντας νέες παγίδες φτώχειας, ιδιαίτερα στις αστικές περιοχές και σε αναδυόμενους πυρήνες»

Με αυτά τα λόγια, η έκθεση της IPCC σχετικά με τις επιπτώσεις, την προσαρμογή και την ευπάθεια προσδιορίζει τόσο καθαρά όσο σε καμία άλλη προηγούμενη έκθεση, το πιθανό εύρος και το βάθος των κοινωνικών επιπτώσεων, αναγνωρίζοντας την πραγματική δυνατότητα της ακραίας εμβάθυνσης των προβλημάτων της πείνας, της ύδρευσης, των θανάτων από σοβαρά καιρικά φαινόμενα, της μετανάστευσης, των συγκρούσεων, κλπ.

Η έκθεση αντιλαμβάνεται ότι οι επιπτώσεις για την κοινωνία είναι ένας συνδυασμός των κλιματικών παραγόντων και του βαθμού που θα είναι «εκτεθειμένη» και «ευάλωτη» σε αυτούς τους παράγοντες. Είναι προφανές ότι αυτά τα δύο τελευταία θέματα έχουν να κάνουν με τη βαθιά ανισότητα μεταξύ πλουσίων και φτωχών, μεταξύ των καπιταλιστικών χωρών του κέντρου και της περιφέρειας.
Αλλά είναι επίσης προφανές ότι η έκθεση δεν διανύει όλο το δρόμο στα συμπεράσματά της, αναφέροντας μόνο ότι «οι μεταμορφώσεις στις οικονομικές, κοινωνικές, τεχνολογικές και οι πολιτικές αποφάσεις και δράσεις πρέπει να ενεργοποιήσουν ανθεκτικές στην κλιματική αλλαγή οδούς» (στην πραγματικότητα δεν μας πηγαίνει σχεδόν πουθενά). Εντάξει, ποιοί μετασχηματισμοί θα είναι αυτοί; Ποια είναι αυτά τα μονοπάτια; Πώς μπορούμε να τους επιτύχουμε;

Εκτός από την αδικία στις επιπτώσεις, η αλλαγή του κλίματος είναι ένα θέμα της ανισότητας, της ταξικής πάλης στις ρίζες του. Η εξόρυξη, η πώληση και η χρήση των ορυκτών καυσίμων κυριαρχείται από μια χούφτα εταιρειών (7 από τις 11 μεγαλύτερες εταιρείες στον κόσμο είναι πετροχημικές και τα συνολικά ετήσια έσοδά τους ξεπερνούν το ΑΕΠ της Γαλλίας) που προώθησαν την ανάπτυξη της καπιταλιστικής οικονομίας, την συσσώρευση και τη συγκέντρωση σε αφάνταστα επίπεδα.

Επίσης, από τον πλούτο που δημιουργείται με βάση την ενέργεια από ορυκτές πηγές επωφελήθηκαν κυρίως μια μειοψηφία χωρών (κυρίως στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ) και, φυσικά, μια μειοψηφία στο εσωτερικό τους. Οι χώρες αυτές έχουν πολύ μεγαλύτερη ικανότητα προσαρμογής στα σοβαρά προβλήματα που αναπόφευκτα προκύπτουν από την αύξηση της θερμοκρασίας του κλιματικού συστήματος. Επιπλέον, οι πλούσιοι στο εσωτερικό τους έχουν πολύ καλύτερη δυνατότητα προσαρμογής από τους φτωχούς. Και η ανισότητα πρόκειται να διευρυνθεί μεταξύ των παγκόσμιων ελίτ και των πλατιών μαζών σε φτωχές χώρες στην περιφέρεια του καπιταλισμού, τους αυτόχθονες λαούς, τις αφρικανικές και νησιωτικές χώρες, κλπ., υπό το σενάριο της μειωμένης διαθεσιμότητας του γλυκού νερού και της γεωργικής παραγωγικότητας, των περισσότερων πλημμυρών, της ξηρασίας και των πυρκαγιών, της αυξημένης διάβρωσης και των παράκτιων πλημμυρών.

Αυτή είναι μια πραγματικότητα που έρχεται σε έντονη αντίθεση με τις αυταπάτες που πωλούνται σχετικά με τον «πράσινο καπιταλισμό» (δύο λέξεις που δεν μπορούν να πάνε μαζί), η οποία λέει ότι όλοι κατοικούμε «στο ίδιο πλοίο». Φυσικά, αυτή η αναλογία δεν έχει νόημα, εκτός αν στηρίζεται στον Τιτανικό, του οποίου οι κλειστές πόρτες εμπόδισαν επιβάτες της τρίτης θέσης από το να έχουν πρόσβαση σε σωσίβιες λέμβους, ενώ ένα μεγάλο μέρος της πρώτης κατηγορίας διέφυγε.

Τέλος, η συγκέντρωση του CO2 στην ατμόσφαιρα (μαζί με τη χημική και τη ραδιενεργό μόλυνση του παγκόσμιου οικοσυστήματος), καταδεικνύει σαφώς την «μεταβολική ανισορροπία» μεταξύ της βιομηχανικής παραγωγής των υλικών αγαθών και την ικανότητα των φυσικών οικοσυστημάτων για την επεξεργασία των αποβλήτων από την παραγωγή αυτή.

Αναγνωρίζοντας το υλικό για τη φυσική βάση της αλλαγής του κλίματος, η IPCC αναγνώρισε την ανάγκη να επιβληθούν αυστηρά όρια στη χρήση ορυκτών καυσίμων, για να αποφευχθεί μια εξαιρετικά επικίνδυνη και μη αναστρέψιμη διαδικασία, η οποία αποδεικνύεται ότι είναι μια σπείρα στο εσωτερικό της οποίας δεν είναι δυνατή η προσαρμογή. Αλλά δεν αναφέρει πώς μπορούμε να επιβάλλουμε τα όρια αυτά, σε μια κατάσταση όπου οι εταιρείες κατέχουν αποθέματα ορυκτών καυσίμων που, αν καούν, θα ήταν αρκετά για να υπερβεί μαζικά το φράγμα της θερμοκρασίας του πλανήτη τους 2 ° C (ή 450 ppm CO2) ενώ εξακολουθούν να ανοίγουν νέες πηγές εκμετάλλευσης, όπως το Βραζιλιάνικο προ-στρώμα αλατιού, η Αρκτική, οι πισσώδεις άμμοι της Αλμπέρτα, ο κινεζικός άνθρακας και η παγκόσμια έκρηξη της μεθόδου υδραυλικής ρηγμάτωσης.

Τι πολιτικές χρειάζονται ενώπιον της δραματικής κλιματικής αλλαγής;

Η κλιματική κρίση δεν μπορεί να επιλυθεί εντός του πλαισίου της αγοράς. Απεναντίας, η λεγόμενη «αγορά άνθρακα», στην οποία το «δικαίωμα να μολύνεις/εκπέμπεις» θεωρείται εμπόρευμα, αποδείχθηκε απάτη. Δεν έχει λογική άλλωστε, με δεδομένη την ανάγκη για εσπευσμένη και μεγάλης κλίμακας μείωση των εκπομπών, να πουλιέται ένα «δικαίωμα» που κανείς δε θα έπρεπε να έχει! Πρόκειται για ένα τέχνασμα που επιτρέπει σε μεγάλους καπιταλιστές από ανεπτυγμένες χώρες να κερδοσκοπούν από την ειδική μεταχείριση σε σχέση με τις περιφερειακές-αναπτυσσόμενες χώρες. Όπως και σε κάθε στοιχειωδώς δίκαιη συμφωνία, οι περιορισμοί στις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα στις «κεντρικές» καπιταλιστικές χώρες θα έπρεπε να είναι πολύ υψηλότεροι.

Όσον αφορά την ενεργειακή πολιτική, είναι επίσης αδιανόητο να επενδύουμε σε λανθασμένες λύσεις όπως η κατασκευή μεγάλων φραγμάτων (τα οποία εκτός από εκπομπές CO2 και μεθανίου εξαιτίας της αποσύνθεσης οργανικής ύλης στην πλημμυρισμένη περιοχή, έχουν πολλές ακόμα επιβλαβείς κοινωνικο-οικολογικές συνέπειες) ή στην πυρηνική ενέργεια (που δεν είναι ανανεώσιμη, παράγει απόβλητα που παραμένουν ραδιενεργά και επικίνδυνα για πολλά χρόνια, είναι πιθανό να προκαλέσει καταστροφές όπως στη Φουκουσίμα και μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τον πολλαπλασιασμό των πυρηνικών όπλων).

Επίσης δεν είναι αρκετό να εισαχθούν ανανεώσιμες πηγές (άνεμος, ήλιος) στον ενεργειακό πίνακα. Σήμερα, στις περισσότερες περιπτώσεις, οι ανανεώσιμες πηγές απλά προστέθηκαν στον πίνακα ως κομμάτι της «διαρκούς μεγέθυνσης» του κεφαλαίου, παρά ως αντικαταστάτης των ορυκτών καυσίμων. Επιπλέον, κατά κύριο λόγο οι ανανεώσιμες όπως υιοθετούνται από την καπιταλιστική λογική, εγείρουν συγκρούσεις με τοπικές κοινότητες και καταστρέφουν τοπικά οικοσυστήματα, όπως στην ακτογραμμή της βορειοανατολικής Βραζιλίας.

Για μια επιτυχημένη στρατηγική εξόδου από την κλιματική κρίση, είναι απαραίτητο να κινηθούμε πέρα από την απλή χρήση ανανεώσιμων πηγών σε μεσαίες ή μεγάλες μονάδες (τα ήδη εγκατεστημένα υδροηλεκτρικά, γεωθερμικά, αιολικά και ηλιακά). Ακόμα και με την υιοθέτηση αυστηρών μέτρων προκειμένου να μειωθούν οι αρνητικές συνέπειες, συχνά είναι πολύ μακριά από το σημείο κατανάλωσης με αποτέλεσμα να υπάρχουν μεγάλες απώλειες στις γραμμές μεταφοράς και άλλα προβλήματα. Επομένως είναι απαραίτητο να επενδύσουμε σε ένα αποκεντρωμένο σύστημα στο οποίο οι πόλεις παράγουν ένα μεγάλο κομμάτι της ενέργειας που καταναλώνουν με μεγάλη συνεισφορά φωτοβολταϊκής παραγωγής σε οικιακή/μικρή κλίμακα (ένας συνεταιρισμός παραγωγών/καταναλωτών ή «ηλιακός κομμουνισμός»). Όσον αφορά τις μεταφορές: η αντικατάσταση των οχημάτων που χρησιμοποιούν ντίζελ και βενζίνη από οχήματα που χρησιμοποιούν αγροκαύσιμα ή και από ηλεκτρικά οχήματα δεν αποτελούν ούτε κατά διάνοια λύση. Η αιθανόλη που προέρχεται από καλαμπόκι και ζαχαροκάλαμο όπως και μεγάλη ποικιλία βιοκαυσίμων συχνά παράγονται με μονοκαλλιέργεια και άλλες δραστηριότητες με σοβαρότατες συνέπειες στην ασφάλεια των τροφίμων, αρπαγή γης από μικροπαραγωγούς, αυτόχθονες πληθυσμούς και παραδοσιακές κοινότητες, μαζική χρήση εντομοκτόνων και φυτοφαρμάκων. Τα πλεονεκτήματα των ηλεκτρικών αυτοκινήτων φαίνονται σαφώς περιορισμένα όσο η ηλεκτρική ενέργεια συνεχίζει να παράγεται κυρίως από την καύση άνθρακα (της οποίας οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις δεν περιορίζονται στην εκπομπή διοξειδίου του άνθρακα αλλά περιλαμβάνουν και αυτές της εξόρυξης) και δεν αντιμετωπίζεται η κυκλοφοριακή συμφόρηση.

Η προοπτική βρίσκεται στην συνολική αποδιάρθρωση του υπάρχοντος υποδείγματος ατομικής μεταφοράς, συνδυάζοντας τον αγώνα για ελεύθερη μετακίνηση και για την υπεράσπιση της ποιότητας ζωής στην πόλη., προωθώντας μια ριζοσπαστική στροφή στη δημόσια, δωρεάν, υψηλής ποιότητας, χαμηλών εκπομπών, συλλογική μεταφορά σε συνδυασμό με άλλες λεπτομέρειες (π.χ. ποδήλατα) ώστε να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες της κοινωνικής πλειοψηφίας και ταυτόχρονα να μειωθούν δραστικά οι παραγόμενες εκπομπές.

Είναι σαφές ότι η παραγωγή τομέων όπως η βιομηχανία ορυκτών καυσίμων, η βιομηχανία αυτοκινήτων (χωρίς να αναφέρουμε την βιομηχανία όπλων) και η συνεισφορά τους στην «μεγέθυνση του ΑΕΠ» που ταυτίζεται με αύξηση του συνολικού πλούτου και, ακόμα χειρότερα, της υποβάθμισης της ποιότητας ζωής πρέπει να αναδιοργανωθεί πλήρως ώστε να υπηρετήσει την αναδιάρθρωση των υποδομών ενέργειας και μεταφορών. Είναι αναγκαίο να δείξουμε ότι η πραγματική προστασία των θέσεων εργασίας θα επιτευχτεί μόνο μέσα από μια βαθειά αλλαγή στο τι παράγεται και με ποιον τρόπο, ταυτόχρονα με μια θεμελιώδη μετάβαση από την ιδιωτική, κάθετη, αυταρχική καπιταλιστική διαχείριση σε συλλογική, κοινή, ριζοσπαστικά δημοκρατική σοσιαλιστική διαδικασία λήψης των αποφάσεων.
Με δεδομένο ότι τα περισσότερα από τα αποθέματα ορυκτών καυσίμων πρέπει να παραμείνουν ανέγγιχτα, ένα μέτρο που πρέπει να παρθεί είναι η άμεση απαλλοτρίωση όλων των εταιριών ορυκτών καυσίμων και η μετατροπή τους σε συλλογική ιδιοκτησία με δημοκρατική διαχείριση από την κοινωνία. Παράλληλα είναι απαραίτητο η γεωργία να στραφεί από την αγρο-βιομηχανία στην οικογενειακή γεωργία και άλλες μορφές παραγωγής τροφής σε μικρή κλίμακα, όπως αστικοί γεωργικοί συνεταιρισμοί κλπ με ισχυρή ενίσχυση της γεωργίας χωρίς χημικά λιπάσματα (μεγάλη πηγή νιτρικού οξέος, το τρίτο σε σημασία αέριο του θερμοκηπίου μετά το διοξείδιο του άνθρακα και το μεθάνιο). Η αποψίλωση των δασών, βασική πηγή εκπομπών σε πολλές τροπικές χώρες, δεν πρέπει απλά να μηδενιστεί αλλά να αντιστραφεί και να γίνει αναδάσωση των κατεστραμμένων περιοχών.

Είναι ο οικοσοσιαλισμός μικροαστικός; Είναι η οικολογία το όπιο των λαών;

Φυσικά διαφωνούμε με οποιαδήποτε διατύπωση τέτοιου τύπου και μας θλίβει που κομμάτι της αριστεράς (ενίοτε και της «ριζοσπαστικής») αναπαράγει τέτοιες ανοησίες. Δυστυχώς είναι απόδειξη ότι απόψεις που συνδυάζουν την άγνοια και την μισαλλοδοξία και αποστασιοποιούνται από την τσιμεντένια πραγματικότητα του καπιταλισμού τον 21ο αιώνα είναι πολύ διαδεδομένες στην αριστερά.

Η οικολογική κρίση (της οποίας η πιο καθολική έκφραση είναι η κλιματική κρίση) αποτελεί την απόδειξη ότι ο καπιταλισμός έχει φτάσει σε ένα στάδιο ανάπτυξης στο οποίο πλέον προχωράει αξιοποιώντας τα τελευταία αποθέματα της γης αναζητώντας τους πόρους που θα καταναλώσει η στη βιομηχανική διαδικασία. Έτσι ξεπερνά τα φυσικά όρια και λυμαίνεται το περιβάλλον που συντηρεί την ανθρώπινη κοινωνία σαν να ήταν ανεξάντλητο. Ταυτόχρονα γίνεται πιο βίαιος απέναντι στα “εμπόδια της ανάπτυξης” (ιθαγενείς πληθυσμοί που “ενοχλούν” την επέκταση μεταλλευτικής ή αγροβιομηχανικής δραστηριότητας, ή απομονωμένες πληθυσμιακές ομάδες που ζουν σε περιοχές προορισμένες για αστικές αναπλάσεις).

Η ριζοσπαστική αριστερά γνωρίζει καλά, πως για να προωθήσει ουσιαστικές αλλαγές στην κοινωνία, δεν μπορεί να βασιστεί στην κατάκτηση θέσεων εντός του αστικού κράτους (γραφειοκρατικές, αδιαπέραστες από την λαϊκή συμμετοχή, με εκλογές κυριαρχούμενες από οικονομικά συμφέροντα).

Όμως για μεγάλο κομμάτι αυτή η πολιτική θέση, η αντίληψη ότι ο κρατικός μηχανισμός δεν είναι ουδέτερος και ότι δεν μπορείς να τον θέσεις στην υπηρεσία των εργατών δεν έχει απήχηση στην παραγωγική βάση της κοινωνίας. Η μετάβαση στο σοσιαλισμό θα συνέβαινε κυρίαρχα μέσω της αλλαγής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής λες και οι τεχνολογίες, οι μέθοδοι οργάνωσης της δουλειάς, οι επιλογές για τις ενεργειακές πηγές είναι ουδέτερες.

Αυτό είναι λάθος. Επιπλέον σε κάποιες περιπτώσεις προφανών αντιφάσεων (η βιομηχανία όπλων πχ) δε θα έπρεπε να διατηρηθεί όλη η παραγωγή που τώρα κυριαρχεί στον καπιταλισμό, ποιοτικά (τι θα παραχθεί) και ποσοτικά (πόσο να παραχθεί). Μακροπρόθεσμα ο σοσιαλισμός δε θα έπρεπε να παράγει αγαθά που οδηγούν σε περιβαλλοντική και κλιματική ανισορροπία όπως συμβαίνει τώρα στον καπιταλισμό, αφού αυτά θέτουν υπό διακύβευση την ίδια την ύπαρξη του ανθρώπινου είδους. Πρέπει να είναι σαφές ότι τα ορυκτά καύσιμα και η πυρηνική ενέργεια δεν έχουν θέση σε μια σοσιαλιστική κοινωνία.

Η λογική της υπερπαραγωγής προϊόντων πολυτελείας πρέπει πρέπει να ξεπεραστεί και ο όγκος της παραγωγής υλικών αγαθών πρέπει να σέβεται τα όρια που επιβάλουν οι ροές της ύλης και της ενέργειας του πλανήτη. Αυτό περιλαμβάνει την ανακύκλωση των απορριμάτων της παραγωγικής διαδικασίας, τη χρήση υλικών και ενεργειακών πόρων διαθέσιμων για παραγωγή με βιώσιμο τρόπο.
Η απλή αντικατάσταση των σχέσεων ιδιοκτησίας χωρίς να προωθηθούν παράλληλα αυτά τα ζητήματα (όπως και για τις ανθρώπινες σχέσεις πέρα από το την εργασία και την παραγωγή, όπου η προκατάληψη και η καταπίεση, ασύμβατες με το σοσιαλισμό, παραμένουν έντονες) με δεδομένο το βάθος των επαναστατικών αλλαγών που χρειάζονται, εμφανίζεται ως μετριοπαθής μεταρρύθμιση παρά γνήσια κοινωνική επανάσταση!

Ο καπιταλισμός δε συμβιβάζεται με την βιωσιμότητα αλλά είναι ανεπίτρεπτο, για χάρη του άμεσου και μακροπρόθεσμου συμφέροντος των κοινωνικών πλειοψηφιών, να μην αντιμετωπίσει ο σοσιαλισμός τα οικολογικά ζητήματα ως κεντρικά. Αυτό είναι αναγκαίο να αναγνωριστεί όχι μόνο λόγω της παγκόσμιας οικολογικής καταστροφής που προκαλεί ο καπιταλισμός αλλά και λόγω των περιβαλλοντικών καταστροφών (Τσέρνομπιλ, λίμνες της Σιβηρίας, λίμνη Αράλη) που έγιναν από τον ίδιο τον “υπαρκτό σοσιαλισμό” που δολοφονούσε ηγέτες της επανάστασης, έσφαζε εθνικές μειονότητες και έφτιαχνε ξεδιάντροπα γραφειοκρατικά προνόμια.

Ο οικοσοσιαλισμός με αυτή την έννοια εμφανίζεται ως στρατηγικός στόχος για την επαναστατική αριστερά που βρίσκεται σε αρμονία με τις ανάγκες του 21ου αιώνα. Είναι πολύ πιο ριζοσπαστικός απ’ ότι η παραδοσιακή και δογματική αντίλήψη “νομίζει” ότι είναι.

μετάφραση: Πέτρος Μαρκόπουλος, Παναγιώτης Δήμας

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ