Alyssa Battistoni – Προς έναν cyborg σοσιαλισµό

PHOTO-13

Η αποτυχία της Αµερικανικής Αριστεράς να εµπλακεί πιο ουσιαστικά µε τα περιβαλλοντικά ζητήµατα στον τόπο της, έχει σηµαντικές συνέπειες στην εξάπλωση του νεοφιλελευθερισµού σε παγκόσµιο επίπεδο.

https://www.jacobinmag.com/2014/01/toward-cyborg-socialism

PHOTO-13Η πρώτη «Ηµέρα της Γης» ήταν η 22η Απριλίου 1970. Ήταν επίσης τα εκατοστά γενέθλια του Λένιν. Η σύµπτωση δεν ήταν εσκεµµένη.

Στην πραγµατικότητα, µέρος του σκοπού της Ηµέρας της Γης ήταν να αποµακρύνει το εκκολαπτόµενο περιβαλλοντικό κίνηµα από την κριτική της Νέας Αριστεράς για την καταναλωτική κοινωνία, την περιφερειακή ανάπτυξη, και τα πυρηνικά απόβλητα. Σε µια προσπάθεια να αποφευχθεί η κατηγορία της πολιτικής «καρπούζι» – πράσινο στο εξωτερικό, µε κόκκινο χρώµα στο εσωτερικό – το µήνυµα από τις αρχές του περιβαλλοντικού κινήµατος, όπως σε ένα σύνθηµα της Greenpeace αναφέρεται ρητά, ήταν «δεν είµαι Κόκκινο, είµαι Πράσινο». Καθώς η οικολογία γινόταν κυρίαρχη τάση, πράσινοι µη κερδοσκοπικοί οργανισµοί πλούτιζαν και ισχυροποιούνταν από εταιρικές δωρεές και υιοθετούσαν συµβιβαστικές στρατηγικές που στόχευαν στο να «πρασινίσουν» τον κόσµο ανά ένα εµπορικό όνοµα τη φορά.

Αυτές τις µέρες, η οικολογία µπορεί να ανταγωνιστεί τον πολυσυλλεκτικό εκλεκτικισµό της Αριστεράς: φαντασιώσεις µε την άγρια φύση, µυστικισµός της Νέας Εποχής και µικροαστικός ροµαντισµός υπάρχουν δίπλα-δίπλα µε εγχώριες διαδηλώσεις κατά της πυρηνικής ενέργειας, εκστρατείες ενάντια στην αστική αιθαλοµίχλη, νοσταλγία για την αγροτική ζωή στην ύπαιθρο και επιχειρηµατική πράσινη τεχνολογία. Αλλά τον τελευταίο καιρό, η µαχητική οικολογία προετοιµάζει µια επιστροφή – όπως και η κρατική καταστολή. Και ακόµα και οι πιο κυρίαρχες ποικιλίες οικολογίας στριµώχνονται προς τα αριστερά. Η αλλαγή του κλίµατος, ειδικότερα, έχει δυνατότητες ριζοσπαστικοποίησης, καθώς ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι αρχίζουν να επερωτούν την καταστροφική επίδραση του επικρατούντος οικονοµικού συστήµατος στο περιβάλλον. Αλλά οι κυρίαρχες περιβαλλοντικές οµάδες δεν πρόκειται να προσφέρουν µια συνεκτική κριτική των οικολογικών συνεπειών του καπιταλισµού ή να επεξεργαστούν εναλλακτικές θεωρίες.

Είναι γελοίο ότι ακόµα στηρίζουµε την κλιµατική αλλαγή και τις προµήθειες νερού, ως ειδικά «περιβαλλοντικά» ζητήµατα: τα ζητήµατα που πραγµατικά βρίσκονται µπροστά µας έχουν να κάνουν µε την πολιτική οικονοµία και τη συλλογική δράση. Δηλαδή, πράγµατα για τα οποία η Αριστερά έχει να πει πολλά. Αλλά ενώ οι αριστεροί αναγνωρίζουν ολοένα και περισσότερο τη σηµασία των θεµάτων, που κάποτε κατηγοριοποιούνταν ως «περιβαλλοντικά», οι αριστερές οπτικές για τα θέµατα αυτά παραµένουν σε χαµηλό επίπεδο ανάλυσης και θεωρητικοποίησης και πολύ σπάνια συζητούνται. Αυτό πρέπει να αλλάξει, δεν µπορούµε απλώς να χρησιµοποιούµε τη Naomi Klein όποτε εµφανίζονται αυτά τα θέµατα.

Η Αριστερά χρειάζεται περισσότερες φωνές και πιο αιχµηρές κριτικές που θα τοποθετούν την ανάλυσή µας για την εξουσία και τη δικαιοσύνη στο επίκεντρο της περιβαλλοντικής συζήτησης, εκεί όπου θα έπρεπε να είναι. Μπορούµε να αρχίσουµε µε τη στήριξη και ενίσχυση του έργου των περιβαλλοντικών δικηγόρων, που έχουν αγωνιστεί για πολύ καιρό ενάντια στις άνισες επιπτώσεις της καταστροφής του περιβάλλοντος στις κοινότητες που εργάζονται – βοηθώντας κυρίως τους «έγχρωµους» ανθρώπους της εργατικής τάξης και τους αυτόχθονες – και σε άλλες περιθωριοποιηµένες οµάδες. Αλλά υπάρχουν πολλά περισσότερα να κάνουµε.

Η αριστερή οικολογία τείνει να έχει µια αναρχική κλίση: πολέµιοι της παγκοσµιοποίησης, ακτιβιστές του κινήµατος «Earth First!» που προσανατολίζονται στην «άµεση δράση», υπέρµαχοι των δικαιωµάτων των ζώων και συλλογικότητες ποδηλατών. Και επειδή τα περιβαλλοντικά προβλήµατα εξειδικεύονται στο χώρο, συνήθως προτείνουν λύσεις µε τη µορφή µικρής κλίµακας, τοπικών δράσεων. Ωστόσο, η κλιµατική αλλαγή και άλλες παγκόσµιες περιβαλλοντικές προκλήσεις είναι συστηµικά προβλήµατα και απαιτούν περισσότερα από απλούς θύλακες εναλλακτικής πρακτικής.

Ακόµη, αν ο οικοαναρχισµός δεν έχει την τάση να κλιµακώνεται καλά, οι σαρωτικές κριτικές του τύπου «είναι ο καπιταλισµός, ηλίθιε» , δεν είναι πολύ χρήσιµες όταν πρόκειται για τις λεπτοµέρειες που αφορούν το τι ακριβώς πρέπει να κάνουµε για αυτό. Οι σοσιαλιστές, επίσης, συχνά αποφεύγουν ερωτήµατα για το πώς να επιτύχουµε την παγκόσµια οικονοµική δικαιοσύνη χωρίς να βασιζόµαστε στις υπάρχουσες µορφές παραγωγής ενέργειας ή την επιδείνωση της περιβαλλοντικής καταστροφής. Ακόµα κι αν αφήσουµε κατά µέρος την αναπόφευκτη ανταπάντηση, ότι η Σοβιετική Ένωση δεν ήταν επ ουδενί ένας οικολογικός παράδεισος, τα παλιά σοσιαλιστικά όνειρα για µεγιστοποίηση της παραγωγής κατά την επιδίωξη της αφθονίας και της ισότητας φαίνονται ολοένα και πιο αστήρικτα. Τι θα τα αντικαταστήσει;

Δεν έχει να κάνει µε το ότι πρέπει να επινοήσουµε µία σειρά πενταετών σχεδίων για το περιβάλλον. Η επιτακτικότητα της κλιµατικής κρίσης µας δείχνει ότι δεν πρόκειται να µας δοθεί η ευκαιρία να χτίσουµε µια Οικοτοπία από την αρχή. Η κατάστασή µας απαιτεί έναν αγώνα για µη ρεφορµιστικές µεταρρυθµίσεις – σχέδια που αγοράζουν χρόνο και επιτρέπουν στις κοινωνίες να προσαρµοστούν στην αλλαγή του κλίµατος και να καλύψουν τις άµεσες ανάγκες τους, τοποθετώντας µας, παράλληλα, στο δρόµο για πιο θεµελιώδεις µετασχηµατισµούς. Χωρίς ένα όραµα και µια σειρά από συγκεκριµένες ιδέες για το πώς να φτάσουµε εκεί, ενδέχεται να καταλήξουµε σε έναν καταπράσινο κεντρισµό που θα υποστηρίζει ταυτόχρονα ποδηλατόδροµους και περικοπές στον προϋπολογισµό, κινούµενα από ηλιακή ενέργεια αεροσκάφη και ηλεκτροδοτούµενες από αυτόνοµα υβριδικά µικροδίκτυα φυλακές. Πράγµα που θυµίζει το κάποτε ελπιδοφόρο Πράσινο Κόµµα της Γερµανίας, που τώρα, από έναν απογοητευµένο συνιδρυτή του, περιγράφεται ως «νεοφιλελεύθεροι πάνω σε ποδήλατα». Έχουµε ήδη αρκετούς από αυτούς.

Και ξεχάστε το σοσιαλισµό σε µία µόνο χώρα – ο οικοσοσιαλισµός σε µία χώρα είναι ακόµα λιγότερο εφικτός. Το γεγονός ότι τα οικολογικά προβλήµατα δεν σέβονται τα εθνικά ή θεσµικά σύνορα χρησιµοποιείται συχνά ως άλλοθι για αδράνεια, που οδηγεί στη χρόνια κατάρρευση των παγκόσµιων διαπραγµατεύσεων για το κλίµα. Αλλά αυτή η αλληλεξάρτηση θα πρέπει να αποτελέσει εφαλτήριο για την αναζωογόνηση της διεθνούς αριστεράς – µια υπενθύµιση ότι η βιωσιµότητα θα έρθει µόνο µέσα από την παγκόσµια αλληλεγγύη.

Την ίδια στιγµή, οι συνέπειες των περιβαλλοντικών αγώνων εντός των ΗΠΑ είναι ζωτικής σηµασίας υπό το φως της συνεχιζόµενης αµερικανικής ηγεµονίας – για να µην αναφέρουµε τη θέση µας ως ένας από τους κορυφαίους ρυπαντές του κόσµου. Οι ΗΠΑ όχι µόνο έχουν αποτύχει να δεσµευτούν από τις διεθνείς συµβάσεις και τα όρια εκποµπών, αλλά, επίσης, έχουν ασκήσει πιέσεις για να αντικατασταθούν οι αυστηρότερες ευθύνες και η ουσιαστική προτεινόµενη χρηµατοδότηση από τις αναπτυσσόµενες χώρες µε µηχανισµούς της αγοράς που προτιµώνται από επιχειρηµατικά συµφέροντα και χρηµατοδότες, οι οποίοι βλέπουν τις ευκαιρίες για εξοικονόµηση κόστους και συσσώρευση από τα αντισταθµιστικά οφέλη και το εµπόριο του άνθρακα – συχνά µε την υποστήριξη ΜΚΟ µε έδρα τις ΗΠΑ, που έχουν παραδεχθεί τους όρους της διαµάχης.

Η αποτυχία της Αµερικανικής Αριστεράς να εµπλακεί πιο ουσιαστικά µε τα περιβαλλοντικά ζητήµατα στον τόπο της, έχει σηµαντικές συνέπειες στην εξάπλωση του νεοφιλελευθερισµού σε παγκόσµιο επίπεδο.

Η ιστορία της οικολογίας είναι γεµάτη µε µαλθουσιανισµό, οικολογικό ντετερµινισµό, βιολογική ουσιοκρατία και νεοαποικιακό συντηρητισµό. Ο αριστερός σκεπτικισµός – ή ίσως, ακριβέστερα, η αδιαφορία – σχετικά µε την εµπλοκή µε την οικολογική πολιτική είναι σίγουρα κατανοητός. Αλλά δεν µιλάµε για τη διατήρηση µιας εξιδανικευµένης αντίληψης της παρθένας, ανέγγιχτης φύσης – µιλάµε για τον κόσµο που επιλέγουµε να φτιάξουµε, και τον κόσµο στον οποίο θα πρέπει να ζήσουµε.

Το πράσινο κυριαρχεί στο περιβαλλοντικό τοπίο, από το ελαφρύ πρασίνισµα του «βιώσιµου τρόπου ζωής», µέχρι το βαθύ πράσινο των αποφασισµένων οικολόγων. Αλλά οικολογία είναι επίσης η πνευµονοπάθεια σε πόλεις που έχουν ανθρακωρυχεία και οι τοξικές βιοµηχανικές εκτάσεις σε αστικές γειτονιές, η ιριδίζουσα λάµψη µιας πετρελαιοκηλίδας και το ηµιδιαφανές λευκό της τήξης των πολικών πάγων.

Γι αυτό εγώ είµαι λίγο διστακτική µε τον όρο οικοσοσιαλισµός – έχει µια υπερβολικά “γήινη” χροιά. Αυτό που χρειαζόµαστε είναι ένας βιονικός σοσιαλισµός που δεν δείχνει την υπεροχή της οικολογίας, αλλά την ολοκλήρωση του φυσικού και του κοινωνικού, του βιολογικού και του βιοµηχανικού, του οικολογικού και του τεχνολογικού. Ένας σοσιαλισµός που αναγνωρίζει τις µεταµορφώσεις του φυσικού κόσµου από τον ανθρώπινο παράγοντα, χωρίς απλά να διεκδικεί την κυριαρχία πάνω του.

Η Αριστερά δεν χρειάζεται να γίνει πράσινη. Για να σώσουµε τον πλανήτη και τους ανθρώπους πάνω σε αυτόν, πρέπει να γίνουµε κόκκινοι.

Μετάφραση / επιµέλεια:
Γιάννης Μουστάκης
Παναγιώτης Δήµας

Derek Wall – Ενα οικολογικό µανιφέστο

Μια κριτική από τον Derek Wall στο “Οικολογική Επανάσταση” του John Bellamy Foster (Monthly Review Press, 2009).

Πηγή: http://www.redpepper.org.uk/an-ecological-manifesto

PHOTO-14Αξιοποιώντας όσα έλεγαν ο Μαρξ και ο Ένγκελς για την οικολογία, ο John Bellamy Foster βλέπει τον καπιταλισµό ως την βασική αιτία της κλιµατικής αλλαγής – και µια οικολογική επανάσταση ως ζωτικής σηµασίας για οποιαδήποτε λύση. Ο Derek Wall κάνει µια κριτική στο οικολογικό µανιφέστο του.

Αποτελεί ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχω διαβάσει για την κλιµατική αλλαγή και την επιδείνωση της περιβαλλοντικής κρίσης. Ο John Bellamy Foster είναι καθηγητής κοινωνιολογίας, αλλά µην αποθαρρυνθείτε: γράφει µε σαφήνεια και µεγάλο ταλέντο. Το βιβλίο αυτό, όπως και άλλα δικά του, είναι ένα προϊόν πολύ λεπτοµερούς επιµέλειας. Θέτει την υπόθεση ότι αν δεν επιδιώξουµε µια οικολογική επανάσταση που να βασίζεται σε θεµελιώδεις αλλαγές, τα περιβαλλοντικά προβλήµατα θα οδηγήσουν σε καταστροφή. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι τα περιβαλλοντικά προβλήµατα έχουν κοινωνικά αίτια, πως η ολοένα αυξανόµενη οικονοµική ανάπτυξη δεν είναι βιώσιµη στον πλανήτη µας και πως η απώτερη αιτία της κλιµατικής αλλαγής είναι ο καπιταλισµός.

Οι επικριτές αυτής της άποψης υποστηρίζουν ότι µε την οικονοµική ανάπτυξη, την ανάπτυξη καθαρότερων τεχνολογιών µε µεγαλύτερη αποτελεσµατικότητα µπορούµε να αντιµετωπίσουµε τα περιβαλλοντικά προβλήµατα. Ο Foster απαντά σε αυτό το επιχείρηµα µε µια συζήτηση γύρω από το «παράδοξο Jevons». Ο Jevons, οικονοµολόγος του 19ου αιώνα, δηµιούργησε την οριακή ανάλυση την οποία οι οικονοµολόγοι χρησιµοποιούν σήµερα κατά την περιγραφή της προσφοράς και της ζήτησης εντός του µηχανισµού των τιµών. Ενδιαφερόταν επίσης για τον περιορισµό των πόρων.

Το παράδοξό του βασίζεται στο γεγονός ότι όταν χρησιµοποιούµε έναν πόρο πιο αποτελεσµατικά, αντί να χρησιµοποιούµε λιγότερο από αυτόν, συνολικά χρησιµοποιούµε περισσότερο. Για παράδειγµα, εάν τα αυτοκίνητα γίνονται περισσότερο αποδοτικά κάθε κέρδος για το περιβάλλον ακυρώνεται από το γεγονός ότι η χρήση του αυτοκινήτου τείνει να αυξηθεί. Η αντίληψη πως µέσα από την αγορά θα προκύψουν πιο αποδοτικές ενεργειακές λύσεις που µε τη σειρά τους θα επιλύσουν την κρίση της κλιµατικής αλλαγής, είναι εποµένως άστοχη.

Ο Foster υποστηρίζει µε µεγάλη λεπτοµέρεια ότι το υπάρχον παγκόσµιο πλαίσιο για την αντιµετώπιση της κλιµατικής αλλαγής είναι σε µεγάλο βαθµό απατηλό. Οι παγκόσµιες συµφωνίες για την κλιµατική αλλαγή, όπως αυτή στο Κιότο, έχουν διαµορφωθεί από ισχυρά βιοµηχανικά συµφέροντα και δεν έχουν κανένα ουσιαστικό αντίκτυπο στη µείωση των εκποµπών. Είναι ιδιαίτερα επικριτικός για την εµπορία άνθρακα και άλλων περιβαλλοντικών πολιτικών φιλικών προς το κεφάλαιο, οι οποίες χρησιµοποιούνται για να επιτρέψουν την εξόρυξη άνθρακα, την εξόρυξη πετρελαίου και την κατασκευή νέων αεροδροµίων.

Αυτό τον φέρνει πίσω στο κεντρικό θέµα του: “Η πρότασή µου σε αυτό το βιβλίο είναι ότι έχουµε φτάσει σε ένα σηµείο καµπής στην ανθρώπινη σχέση µε τη γη: κάθε ελπίδα για το µέλλον αυτής της σχέσης είναι τώρα είτε επαναστατική είτε ψευδής.” Το βιβλίο έχει παραχθεί για να ενθαρρύνει µια τέτοια οικολογική επανάσταση.

Ο John Bellamy Foster, ο οποίος εκδίδει το περιοδικό Monthly Review, είναι περισσότερο γνωστός για το βιβλίο του “Η οικολογία του Μαρξ”. Σε αυτό υποστηρίζει ότι αντίθετα από το να είναι εχθροί της φύσης, ο Μαρξ και ο Ένγκελς ήταν πρόθυµοι περιβαλλοντολόγοι. Αυτός ο ισχυρισµός, έκπληξη για πολλούς, ακόµη και στην αριστερά, βασίζεται σε διεξοδικά γραπτά τους για την ατµοσφαιρική ρύπανση, την αποψίλωση των δασών, τη διάβρωση του εδάφους και µια σειρά από άλλα σοβαρά περιβαλλοντικά προβλήµατα. Το ενδιαφέρον των Μαρξ και Ένγκελς για το περιβάλλον αποτελεί βασικό στοιχείο και του νέου αυτού βιβλίου. Ο Foster υποστηρίζει ότι όσα προέκυψαν από την εργασία τους, ιδιαίτερα η αντίληψη του Μαρξ για ένα «µεταβολικό ρήγµα» ανάµεσα στην ανθρωπότητα και την υπόλοιπη φύση, αποτελούν το κλειδί για την επίτευξη οικολογικής ευηµερίας.

Ο Foster αναπτύσσει το επιχείρηµά του µε πειστικό τρόπο και παράλληλα αποκαλύπτει πολύ συναρπαστικές λεπτοµέρειες. Για παράδειγµα, ο ίδιος περιγράφει την ιστορία του ιµπεριαλισµού λιπασµάτων της Βρετανίας κατά τον 19ο αιώνα, όταν γκουανό (κουτσουλιές για να είµαστε ακριβείς) µεταφέρθηκαν από το Περού σε αγροκτήµατα στη Βρετανία. Ο απολογισµός της ταινίας του Brando “Burn!” από τον σκηνοθέτη της “Μάχης του Αλγερίου” αποτελεί επίσης συναρπαστικό παράδειγµα του πράσινου αριστερού λαϊκού πολιτισµού.

Ο Foster ολοκληρώνει µε την αναγνώριση του πλεονεκτήµατος των αριστερών κυβερνήσεων στη Λατινική Αµερική ως προς τη δέσµευση στις οικολογικές πολιτικές ως πηγή ελπίδας. Η δέσµευση της Κούβας για την µόνιµη καλλιέργεια και την ανάπτυξη ανανεώσιµων πηγών ενέργειας, σε συνδυασµό µε παρόµοιες πολιτικές της Βενεζουέλας, σηµειώνονται ως αρκετά σηµαντικές. Ωστόσο, ο Foster υποστηρίζει ότι η οικολογική επανάσταση πρέπει να γίνει στο κέντρο του παγκόσµιου συστήµατος: σε χώρες στη Βόρεια Αµερική και την Ευρώπη.

Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει µικρή συζήτηση γύρω από τις πρακτικές προσπάθειες για τη δηµιουργία οικολογικού σοσιαλισµού στην καρδιά του βιβλίου, αν και θα µπορούσε να υπάρξει πιο ανεπτυγµένα. Στην Αυστραλία στη δεκαετία του 1970, ο αντιπρόσωπος των συνδικάτων Jack Mundy έστρεψε τους εργαζόµενους των συνδικάτων στις κατασκευές σε πράσινες απαγορεύσεις, όπου προέβλεπαν την άρνηση στην κατασκευή καταστροφικών για το περιβάλλον έργων. Στο Ηνωµένο Βασίλειο, η απόρριψη πυρηνικών αποβλήτων στη θάλασσα σταµάτησε στη δεκαετία του 1980 από τη δράση των συνδικάτων, και πιο πρόσφατα οι εργαζόµενοι κατέλαβαν το εργοστάσιο ανεµογεννητριών Vestas που απειλούνταν µε κλείσιµο στο Isle of Wight.

Η ίδρυση ενός Διεθνούς Οικοσοσιαλιστικού Δικτύου είναι ένα σηµάδι εναγκαλισµού του οικοσοσιαλισµού από τα παραδοσιακά σοσιαλιστικά κόµµατα αλλά και από ρεύµατα µέσα στα Πράσινα κόµµατα. H Κατασκήνωση για το Κλίµα, στη Βρετανία και αλλού, έχει την κοινωνική δικαιοσύνη και την απόρριψη του καπιταλισµού ενσωµατωµένα στην ανάλυσή της, ενώ παράλληλα έχουµε δει την πρόοδο των αγώνων των αυτοχθόνων σε παγκόσµιο επίπεδο, οι οποίοι είναι αφενός ριζοσπαστικά “πράσινοι”, αφετέρου προτάσσουν σοσιαλιστικά προτάγµατα.

Μεγαλύτερη και σε βάθος ανάλυση αυτού του είδους των εξελίξεων θα µπορούσαν να έχουν κάνει την “Οικολογική Επανάσταση” ισχυρότερη. Παρ ‘όλα αυτά αποτελεί ένα θαυµάσιο βιβλίο που θα πρέπει να αποτελεί κοµµάτι αυτών που θα πρέπει να διαβαστούν µε προσοχή όσον αφορά τη σχέση αριστεράς και οικολογίας

Μετάφραση: Π. Δήµας

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ