Doreen Massey: Λεξιλόγια της Οικονομίας

istock_templateΗ συλλογή άρθρων «Μετά το νεοφιλελευθερισμό; Το μανιφέστο του Kilburn» υπό την επιμέλεια των βρετανών ακαδημαϊκών Stuart Hall, Doreen Massey και Michael Rustin, προσπαθεί να αναλύσει τη σύγχρονη οικονομική κρίση του καπιταλισμού και τις κοινωνικές και πολιτικές της συνέπειες. Το μανιφέστο θα κυκλοφορήσει σε δώδεκα άρθρα διαθέσιμα στο κοινό διαδικτυακά από το περιοδικό Soundings [http://www.lwbooks.co.uk/journals/soundings]. Παρακάτω έχουμε μεταφράσει ένα μέρος του πρώτου άρθρου της Doreen Massey με τον τίτλο Λεξιλόγια της Οικονομίας.

Το επιχείρημά μας είναι ότι όλη αυτή η φιλολογία περί πελατών, καταναλωτών, επιλογών, αγορών και προσωπικού συμφέροντος διαμορφώνει τόσο την αντίληψη που έχουμε για εμάς τους ίδιους όσο και τον τρόπο που κατανοούμε και σχετιζόμαστε με τον κόσμο. Αυτές οι «περιγραφές» ρόλων, συναλλαγών και σχέσεων, στη βάση της υπόθεσης ότι οι ατομικές επιλογές και το προσωπικό συμφέρον πρέπει να κυριαρχούν, δεν είναι στην πραγματικότητα απλές περιγραφές αλλά ένα ισχυρό μέσο κατασκευής και επιβολής νέων υποκειμενικοτήτων. Η αντίληψη του Γκράμσι για τη σημασία της «κοινής λογικής», η θεωρία του Αλτουσέρ για τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους και την «έγκληση» των υποκειμένων και οι περιγραφές που δίνει ο Φουκώ για τον «λόγο» (discourses) ως πλευρές της «κυβερνησιμότητας», αποτελούν θεωρητικές πηγές μέσω των οποίων αυτά τα φαινόμενα μπορούν να αναγνωριστούν και να κατανοηθούν.

Η νέα κυρίαρχη ιδεολογία εντυπώνεται μέσω κοινωνικών πρακτικών, καθώς επίσης και μέσω κυρίαρχων εννοιών και περιγραφών. Η υποχρεωτική άσκηση της «ελεύθερης επιλογής» –γιατρού, νοσοκομείου στο οποίο θα νοσηλευθείς, σχολείου για τα παιδιά σου, μεθόδου θεραπείας– είναι επίσης, πέρα από τη συγκεκριμένη αξία της, ένα μάθημα κοινωνικής ταυτότητας, επιβεβαιώνοντας σε κάθε ευκαιρία ότι ο καθένας μας είναι πάνω από όλα ένας καταναλωτής που λειτουργεί μέσα σε μια αγορά.

[…]

Έτσι, τα λεξιλόγια που αναταξινομούν ρόλους, ταυτότητες και σχέσεις –ανθρώπων, χώρων και θεσμών– και οι πρακτικές που τα ενεργοποιούν, ενσαρκώνουν και επιβάλλουν τη θεωρία του νεοφιλελευθερισμού και μέσω αυτής μια νέα καπιταλιστική ηγεμονία. Ένα άλλο σύνολο λεξιλογίων παρέχει τους όρους μέσω των οποίων το σύστημα περιγράφει τον εαυτό του και τις λειτουργίες του. Αυτά τα λεξιλόγια σχηματίζουν το πλαίσιο των κατηγοριών –για παράδειγμα την παραγωγή, την κατανάλωση, τη γη, την εργασία, το κεφάλαιο, τον πλούτο– μέσω των οποίων γίνεται αντιληπτή η «οικονομία» (ως μια υποτίθεται διακριτή και αυτόνομη σφαίρα). Αυτοί οι ορισμοί συγκροτούν ένα ακόμα στοιχείο «κοινής λογικής» – σχετικά με τον τρόπο που ο οικονομικός κόσμος υπάρχει «φυσικά» και έτσι πρέπει να παραμείνει.

[…]

Ποιες είναι όμως οι βασικές έννοιες στο σύστημα των λεξιλογίων της οικονομίας και πώς λειτουργούν;

Ας πάρουμε για παράδειγμα, μια δέσμη εννοιών όπως είναι ο πλούτος, η παραγωγή, η ανάπτυξη1 (growth) και η εργασία. Το οικονομικό σύστημα υποτίθεται ότι δουλεύει για αυτό που ονομάζεται δημιουργία πλούτου και επίτευξη «ανάπτυξης». Η ανάπτυξη υπολογίζεται από την αύξηση του ΑΕΠ, το οποίο είναι το συνολικό άθροισμα των όσων παράγονται σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα. Η κυρίαρχη αντίληψη θεωρεί ότι η ευημερία των ατόμων και της κοινωνίας μπορεί να μετρηθεί με αυτά τα μεγέθη. Εκτός από τη γνωστή συζήτηση για τις δυσλειτουργίες στον τρόπο μέτρησης αυτών των μεγεθών, έχει αναγνωριστεί πλέον, χάρη κυρίως στη σοσιαλδημοκρατία, ότι η αύξηση στο συνολικά παραγόμενο πλούτο είναι ανεπαρκές μέτρο για την αποτύπωση της ευημερίας καθώς ο πλούτος δεν διαμοιράζεται με ίσο τρόπο σε όλη την κοινωνία. Αλλά η σοσιαλδημοκρατική αντίληψη έχει παραδοσιακά περιοριστεί στη μεταβολή της ισορροπίας μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού (ή μεταξύ αγοράς και «κρατικών συστημάτων») χωρίς να αμφισβητεί την ίδια την αρχιτεκτονική του συστήματος.

Εμείς υποστηρίζουμε ότι η αρχιτεκτονική αυτή πρέπει τώρα να τεθεί υπό αμφισβήτηση. Το λεξιλόγιο που χρησιμοποιούμε για να μιλήσουμε για την οικονομία, ενώ παρουσιάζεται ως περιγραφή ενός φυσικού και αιώνιου συστήματος, στην πραγματικότητα περιγράφει ένα πολιτικό οικοδόμημα που πρέπει να αμφισβητηθεί.

Ας εστιάσουμε, καταρχάς στο παράδειγμα της ανάπτυξης ως κεντρικού στόχου της οικονομίας. Η ανάπτυξη και στη συνέχεια (ενδεχομένως) η αναδιανομή αποτελούν κοινούς στόχους του νεοφιλελευθερισμού και της σοσιαλδημοκρατίας. Αυτή η προσέγγιση όμως θα πρέπει να αμφισβητηθεί.

Πρώτα απ’ όλα, υπάρχει ένας τεχνικός περιορισμός στο επιχείρημα –τουλάχιστον με τον τρόπο που αυτό τίθεται από τη σοσιαλδημοκρατία– ότι η ανάπτυξη επιτρέπει την αντιμετώπιση των ανισοτήτων μέσω της αναδιανομής. Στο άμεσο μέλλον, τόσο στην περίπτωση της βρετανικής οικονομίας όσο και ευρύτερα, η ανάπτυξη ενδέχεται να είναι ανεπαρκής για να επιτρέψει την αύξηση του βαθμού της αναδιανομής που φαίνεται επιθυμητή από μια προοδευτική σκοπιά. Ή τουλάχιστον κάτι τέτοιο δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς μια μεγάλη πολιτική αντιπαράθεση. Συνεπώς η επιστροφή στο αναδιανεμητικό μοντέλο της σοσιαλδημοκρατίας των προηγούμενων δεκαετιών είναι αδύνατη.

Εξάλλου αυτό το μοντέλο, στις πιο σκληρές του εκδοχές, παρήγαγε τις συνθήκες ώστε οι αγορές να αναπτυχθούν και να αποδεχόμαστε σήμερα (ως φυσικό γεγονός) την ανισότητα που παράγουν (αν και θα πρέπει να σημειωθεί ότι διαφορετικά μοντέλα ανάπτυξης παράγουν διαφορετικούς βαθμούς ανισότητας). Ο ρόλος του κράτους ήταν τότε, μέσω της φορολογίας, να παρέχει δημόσιες υπηρεσίες και συνεπώς να αναδιανείμει ένα μέρος του παραγόμενου πλούτου, προκειμένου να βοηθήσει στην άρση ανισοτήτων που προκύπτουν από την παραγωγή του.

Αυτό είναι ούτως ή άλλως μια περίεργη συνθήκη. Παράγει μια ιδιότυπη αλληλουχία γεγονότων – πρώτα δημιουργούμε ένα πρόβλημα και μετά προσπαθούμε να το λύσουμε. Γιατί πρέπει να παραχθεί το πρόβλημα της ανισότητας εξαρχής; Αυτή η διαδικασία δεν αμφισβητεί με κανένα τρόπο τους μηχανισμούς της αγοράς και των κερδών που παράγουν μόνιμα ανισότητες (αν και έχουν εισαχθεί ορισμένοι περιορισμοί). Είναι εμφανές ότι ο αγώνας επικεντρώθηκε σε θέματα διανομής παρά στην ίδια τη φύση του συστήματος. Επιπλέον, οι κατακτήσεις της (έστω και περιορισμένη στο αναδιανεμητικό κομμάτι) πάλης, ήταν ένας από τους λόγους για την κατάρρευση αυτής της συνθήκης. Όπως έχουμε ήδη επισημάνει εξαρχής σε αυτό το μανιφέστο, ακόμα και αυτά τα λίγα κέρδη για τον κόσμο της εργασίας στο πλαίσιο της σοσιαλδημοκρατίας, αποδείχθηκαν αφόρητα για το κεφάλαιο. Έτσι ξεκίνησε την αντεπίθεση του (βλ. νεοφιλελευθερισμό). Ένα κρίσιμο στοιχείο της επιτυχίας της νεοφιλελεύθερης αντεπίθεσης ήταν η «απονομιμοποίηση» της κοινής λογικής που υποστήριζε πτυχές της σοσιαλδημοκρατικής προσέγγισης, δηλαδή τη δέσμευση για ένα στοιχειώδες επίπεδο ισότητας, το σημαντικό ρόλο της κρατικής παρέμβασης και κυρίως την αντίληψη για το τι είναι δημόσιο. Η αλλαγή της γλώσσας για την οικονομία ήταν κομβική για τη μεταβολή της κυρίαρχης αντίληψης.

Το γεγονός ότι το νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα ως διάδοχο σχήμα της σοσιαλδημοκρατίας έχει εισέλθει στη δικιά του κρίση, μας προσφέρει μια ευκαιρία για να παράξουμε ένα νέο όραμα. Όπως ήδη αναφέρθηκε, οι ρυθμοί ανάπτυξης είναι πιθανότατα ανεπαρκείς για να επαναφέρουμε το προηγούμενο μοντέλο. Επιπλέον, όλο το πολιτικό και κοινωνικό σκηνικό έχει αλλάξει τόσο πολύ που η επιστροφή στο χθες είναι αδύνατη.

Σε αυτό το πλαίσιο δεν είναι καθόλου δύσκολο να εργαστούμε για ένα εντελώς διαφορετικό μοντέλο κατά το οποίο η λειτουργία της οικονομίας δεν θα παράγει ανισότητες που εκ των υστέρων απαιτούν διόρθωση. Προφανώς αυτή η διαδικασία προϋποθέτει μια πιο εμπεριστατωμένη κριτική και αντιμετώπιση των δυνάμεων της αγοράς ως παραγωγούς ανισότητας. Σημαίνει επίσης την υποστήριξη ενός νέου λεξιλογίου για την ισότητα καθώς και την πολιτική διεκδίκηση της. Ένα νέο λεξιλόγιο ήδη αναδύεται – αν και δεν είναι ακόμα αρκετά δημοφιλές– που στηρίζεται στην έννοια της «προ-διανομής». Ο όρος μπορεί να φαίνεται αδόκιμος, αλλά αν επικεντρώνεται στην ανάγκη σχεδιασμού ενός συστήματος παραγωγής που κατά τη λειτουργία του δεν παράγει υψηλά επίπεδα ανισότητας, τότε είναι στη σωστή κατεύθυνση.

Ένας δεύτερος λόγος για τον οποίο η τρέχουσα έννοια του πλούτου και η δέσμευση μας στη μεγέθυνση του πρέπει να αμφισβητηθούν –σίγουρα στον παγκόσμιο Βορρά– έχει να  κάνει με τη σχέση μας με τον πλανήτη. Η περιβαλλοντική καταστροφή – ειδικότερα αλλά όχι αποκλειστικά μέσω της κλιματικής αλλαγής – που προέκυψε από το κυνήγι τη ανάπτυξης απειλεί να προκαλέσει μια καταστροφή της οποίας τα πρώτα σημάδια παρατηρούμε ήδη. Αυτό είναι ένα παγκόσμιο ζήτημα στο οποίο σχετικά πλούσιες, αν και άνισες, κοινωνίες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο έχουν διεθνείς ευθύνες. Το Ηνωμένο Βασίλειο πολύ συχνά περηφανεύεται για τα πράσινα χαρακτηριστικά του παραγωγικού του μοντέλου. Όμως στο βαθμό που έχει υπάρξει κάποια βελτίωση, αυτή προέκυψε από το κλείσιμο των ανθρακωρυχείων (που δεν επιδιώχθηκε για περιβαλλοντικούς λόγους) και –ακόμα περισσότερο– από τη μεταφορά της βιομηχανικής παραγωγής στο εξωτερικό. Αν, όπως υποστηρίζουμε στο πλαίσιο των θέσεών μας, ένα κίνητρο για την παγκοσμιοποίηση ήταν η επιθυμία του κεφαλαίου να παρακάμψει τις εργασιακές απαιτήσεις του «Πρώτου Κόσμου», τότε ένα από τα αποτελέσματα της είναι η μετατόπιση στη γεωγραφία της παραγόμενης μόλυνσης προς τον παγκόσμιο Νότο. Η Κίνα, μεταξύ άλλων, παράγει πλέον αγαθά που κάποτε κατασκευάζονταν στο Ηνωμένο Βασίλειο, και τα οποία ακόμα χρειαζόμαστε (ή τελοσπάντων επιθυμούμε). Όμως ο κυρίαρχος λόγος κριτικάρει την Κίνα για τη μόλυνση – τα επίσημα στοιχεία όμως δεν συνυπολογίζουν καν την ενέργεια που χρησιμοποιείται και την περιβαλλοντική καταστροφή που συντελείται, από από τη μεταφορά προς όλο τον κόσμο, και τη χώρα μας βεβαίως,  προϊόντων κάθε είδους, από μηχανές έως τροφές για κατοικίδια και χριστουγεννιάτικα στολίδια. Ταυτόχρονα υπάρχει ένα εξαγωγικό εμπόριο τοξικών αποβλήτων που παράγουμε εμείς προς χώρες τόσο εξαθλιωμένες που είναι έτοιμες να τα αναλάβουν για εμάς.

Βέβαια σημαντική αλλαγή στον παγκόσμιο Νότο προκύπτει από την αυξανόμενη εκβιομηχάνιση και τον πλουτισμό μερικών από τις βασικές χώρες του. Παρόλα αυτά, υποστηρίζεται ότι με καμία προβλέψιμη τεχνολογία δεν θα μπορούσε ο πλανήτης να αντέξει το να ζουν όλοι στα επίπεδα που είναι τώρα κοινά στον παγκόσμιο Βορρά. Ποιος όμως πρέπει να αλλάξει;

Επιπλέον, η περιβαλλοντική υποβάθμιση και οι καταστροφές που απορρέουν από την κλιματική αλλαγή δεν θα εμφανιστούν ομοιόμορφα στην υφήλιο. Πιθανότατα τέτοια δεινά θα πλήξουν πιο γρήγορα, και πιο βαριά, τις πιο εξαθλιωμένες περιοχές, που σε κάθε περίπτωση έχουν λιγότερους πόρους για να αντιμετωπίσουν τέτοια καταστροφή. Η προοπτική αυτή είναι ένας εφιάλτης από πιθανούς λιμούς,  αναγκαστικές μεταναστεύσεις, κοινωνική αποδιοργάνωση και πολέμους.

Τέλος, υπάρχει ίσως ένα ακόμα βαθύτερο ερώτημα. Γνωρίζουμε πλέον ότι η αύξηση του πλούτου, όταν μετριέται με τους καθιερωμένους χρηματιστικούς όρους, λίγο επηρεάζει τον τρόπο που οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται την ευημερία, τη στιγμή που υπάρχει επάρκεια για την κάλυψη των βασικών αναγκών.  Επιδιώκοντας «ανάπτυξη» με αυτούς τους όρους, ως μέσο για την υλοποίηση των στόχων και των επιθυμιών των ανθρώπων, οι οικονομίες κυνηγούν μια χίμαιρα, δεδομένου ότι, ενώ η ανάπτυξη μπορεί να προκύψει, όλα τα στοιχεία δείχνουν ότι τα επίπεδα της ικανοποίησης για τη ζωή μας παραμένουν πεισματικά στάσιμα. Πράγματι, στο βαθμό που το κυρίαρχο μοντέλο ανάπτυξης οδηγεί σε αύξηση των ανισοτήτων,, γνωρίζουμε πλέον ότι αποτελεί την κατεξοχήν γενεσιουργό αιτία της κακής υγείας, του εγκλήματος και των κοινωνικών δεινών, σε σύγκριση με το ποιά θα ήταν η κατάσταση σε μια πιο δίκαιη κοινωνία.

Υπάρχει αυξανόμενη ανησυχία σχετικά με τη μέτρηση του πλούτου και του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος αποκλειστικά με χρηματιστικούς όρους. Τέθηκε υπό ευρεία αμφισβήτηση κυρίως την περίοδο της χρηματοπιστωτικής κρίσης, όταν όλη η συζήτηση γινόταν για την καταστροφή που επήλθε από την απληστία του ανταγωνισμού. Ακόμα και ο David Cameron αναλογίσθηκε ότι υπάρχουν σημαντικότερα πράγματα στη ζωή από το ΑΕΠ. Το momentum έχει χαθεί, αλλά μια βαθύτερη δυσαρέσκεια εξακολουθεί να υποβόσκει. Και δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με  «διορθωτικές παρεμβάσεις» στο ΑΕΠ. Το πρόβλημα είναι διαρθρωτικό. Μπορούμε να επαναπροσδιορίσουμε τον πλούτο για να συμπεριλάβει χαρακτηριστικά που υπερβαίνουν μια ατομοκεντρική και χρηματιστική προσέγγιση; Θα μπορούσαμε τελικά να θέσουμε το ερώτημα «Γιατί υπάρχει η Οικονομία;» Τι θέλουμε να παρέχει;

Αυτή η σειρά ερωτημάτων και η πρόκληση να σκεφτούμε διαφορετικά μπορεί να πάρει πολλές κατευθύνσεις – ελπίζουμε ότι οι αναγνώστες θα συμμετέχουν σε αυτή τη διαδικασία.

μετάφραση-επιμέλεια: ο/τ

[1] Επιλέγουμε να μεταφράσουμε τον όρο growth ως ανάπτυξη και όχι μεγέθυνση για νοηματικούς λόγους σε σχέση με τη συνέχεια του κειμένου

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ