Χιλή: η στρατηγική της Barrick Gold στο ορυχείο χρυσού Pascua Lama

Untitled

Το εξορυκτικό έργο Pascua Lama είχε να αντιµετωπίσει πολλές δυσκολίες από την αρχή πέρα από τις κοινωνικές αντιδράσεις σε Χιλή και Αργεντινή. Οι εξελίξεις στη βιοµηχανία του χρυσού παγκόσµια αλλά και οι ενδο-εταιρικές πολιτικές και οικονοµικές αποφάσεις επηρέασαν ιδιαίτερα το έργο και τελικά οδήγησαν στην αναστολή του. Αυτά τα στοιχεία είναι σηµαντικά για τον τοµέα της Πολιτικής Οικολογίας καθώς αναζητούµε τι καθορίζει αυτές τις εταιρικές αποφάσεις και ποιών τα συµφέροντα τελικά εξυπηρετούνται. Σε αυτό το πλαίσιο η κάθε επιχείρηση δεν αντιµετωπίζεται ως µονολιθική οντότητα, αλλά ως ένα δυναµικό πλέγµα σχέσεων εξουσίας, αµφισβήτησης και συνεργασίας µεταξύ των διαφόρων φορέων και εκφάνσεων του κεφαλαίου.Αν θέλουµε να κατανοήσουµε τα κίνητρα και τις πολιτικές της (καναδικής) Barrick Gold στο Pascua Lama, της Χιλής πρέπει να «ανοίξουµε» το µαύρο κουτί των εταιριών χρυσού και να µπούµε στον απόκρυφο κόσµο των χρηµατοδοτήσεων που είναι η «καρδιά» της εξορυκτικής βιοµηχανίας.

Η έκρηξη της τιµής του χρυσού

Ένα σηµαντικό στοιχείο που συνθέτει το σκηνικό είναι η τεράστια αύξηση στις τιµές του χρυσού κατά την τελευταία δεκαετία, η οποία συνεπάγεται και αύξηση των εξορύξεων σε παγκόσµιο επίπεδο. Μέσα από το πρίσµα αυτού που θεωρείται ως η µεγαλύτερη καταγεγραµµένη άνοδος του εµπορεύµατος από τη µεταπολεµική περίοδο και έπειτα (2003-2012), µεγάλες εξορυκτικές εταιρείες χρυσού όπως η Barrick Gold, έχουν προχωρήσει σε µεγάλες εξαγορές και έχουν επεκτείνει τις δραστηριότητές τους. Συνεπώς, παλαιότερα αδρανή ορυχεία που δεν θα ήταν οικονοµικά βιώσιµα να λειτουργήσουν µε χαµηλότερες τιµές του χρυσού έχουν ξαναµπεί στο παιχνίδι, όπως είναι και η περίπτωση του Pascua Lama.

Εκµεταλλευόµενοι το ενδιαφέρον των επενδυτών, πολλοί από τους οποίους κερδοσκοπούν πάνω στις µελλοντικές αυξήσεις των τιµών, οι εταιρείες εκδίδουν νέες προσφορές µετοχών στις αγορές. Η Wall Street Journalσε άρθρο της το 2012 ανέφερε ότι κατά την τελευταία δεκαετία, οι τέσσερις µεγαλύτερες εταιρείες εξόρυξης χρυσού (BarrickGold, Newmont, Newcrest και Goldcorp) έχουν αυξήσει την έκδοση µετοχών κατά 117%. Μάλιστα, η Barrick Gold κατέχει το «βραβείο» των δύο µεγαλύτερων µετοχικών προσφορών στην ιστορία του Χρηµατιστηρίου του Τορόντο για τη χρηµατοδότηση της το Νοέµβριο του 2013. Οι θεσµικοί επενδυτές (που διαχειρίζονται κατά µίνιµουµ κεφάλαια της τάξης των 100 εκ. δολαρίων), όπως τα hedge funds, τα συνταξιοδοτικά ταµεία και τα αµοιβαία κεφάλαια είναι ανάµεσα σε εκείνους που κατέχουν σήµερα µεγάλο κεφάλαιο µετοχών στα µητρώα των εταιρειών εξόρυξης χρυσού.

Δηµιουργώντας κέρδος για τους µετόχους

Οι θεσµικοί επενδυτές, µε το τεράστιο µέγεθος των επενδύσεών τους, είναι διατεθειµένοι να αναλάβουν ενεργό ρόλο για τις επενδύσεις τους πολύ περισσότερο από ότι οι ιδιώτες επενδυτές. Οι µεγάλες συγκεντρώσεις της επένδυσης σε µια εταιρία τους δίνει µεγαλύτερη διαπραγµατευτική ισχύ (και µάλιστα ψήφων) ώστε να πιέσουν σε εταιρικά θέµατα. Οι θεσµικοί µέτοχοι της Barrick Gold προφανώς δεν αποτελούν εξαίρεση. Η µη απόδοση των αναµενόµενων µερισµάτων στους µέτοχους αποτέλεσε το βασικό λόγο για να πιεστεί η διοίκηση να εγκαταλείψει το σχέδιο αύξησης των επενδύσεων της «για χάρη της ανάπτυξης» και να ιεραρχήσει πολύ ψηλά την απόδοση των κερδών στους µέτοχους. Μάλιστα στα µέσα του 2012, ο Διευθύνων Συµβούλος απολύθηκε µε βάση την κακή απόδοση των µετοχών, ενώ συνεχείς ήταν και οι διαµάχες στο διοικητικό συµβούλιο καθώς έπρεπε να σηµατοδοτηθεί µια νέα εποχή, όπου οι αποδόσεις των µετόχων θα έχουν τον πρώτο λόγο.

Λόγω όλων των παραπάνω η Barrick Gold υιοθετεί πλέον µια πιο συντηρητική προσέγγιση στην κατανοµή κεφαλαίων, µαζί µε την υπόσχεση ότι «οι αποδόσεις (στους µετόχους) θα καθορίζουν την παραγωγή και όχι το αντίθετο». Η εταιρεία έχει αναβάλει, για παράδειγµα, 4 δισ. δολαρίων προγραµµατισµένες κεφαλαιακές δαπάνες και έχει προχωρήσει πρόσθετες περικοπές των γενικών εξόδων. Επιπλέον, έχουν πουληθεί ορυχεία χαµηλής αποδοτικότητας και υψηλού λειτουργικού κόστους, όπως είναι τα ορυχεία Darlot, Granny Smith, και Lawlers στη δυτική Αυστραλία.

Το αίνιγµα Pascua Lama

Το Pascua Lama, σε αυτό το πλαίσιο αποτελεί ένα γρίφο για την Barrick Gold. Καθώς έχει χαρακτηριστεί ως το «µεγαλύτερο ορυχείο χαµηλού κόστους στον κόσµο» θεωρείται η ναυαρχίδα των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας και αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της µελλοντικής παραγωγής χρυσού. Είναι από τα µεγαλύτερα ανεκµετάλλευτα κοιτάσµατα χρυσού στον κόσµο κατέχοντας την 11η θέση και το τρίτο µεγαλύτερο στη Λατινική Αµερική. Για τη Barrick Gold, υπήρξε το επίκεντρο των κεφαλαιακών της δαπανών, µε πάνω από 5 δις. δολάρια µέχρι σήµερα. Αποτελεί το σηµαντικότερο λόγο συγκρούσεων µεταξύ της εταιρείας και των µετόχων της, µε ορισµένους µέτοχους να αµφισβητούν ακόµα το κατά πόσον θα πρέπει να συνεχιστεί το έργο στο σηµερινό περιβάλλον.

Σε αυτή τη διαµάχη ήρθαν να προστεθούν η διαρκής αντίδραση και αβεβαιότητα για την περιβαλλοντική συµµόρφωση του έργου µε τους κανονισµούς της Χιλής, η χαµηλότερη τιµή του χρυσού σήµερα, και τα 15 δις δολάρια έλλειµµα στα οικονοµικά της εταιρείας. Όλοι αυτοί οι παράγοντες οδήγησαν στην αναστολή του έργου. Η Barrick Gold µπορεί να κατέφερε µε αυτή την απόφαση να περιορίσει τη ζηµιά της όµως το µέλλον της τίθεται υπό αµφισβήτηση. Η παραγωγή, η µεγέθυνση και η υπόσχεση της µελλοντικής ανάπτυξης παραµένει αναπόσπαστο µέρος της επιχειρηµατικής δραστηριότητας της και βάσει αυτών καθορίζεται και η βιωσιµότητά της. Αυτό αναγκάζει την εταιρεία να δηλώσει ότι δεν έχει αποµακρυνθεί ολοκληρωτικά από το έργο. Πράγµατι, µια απόφαση να αναστείλει τις τωρινές δραστηριότητες δεν σηµαίνει ότι χάνει τα µεταλλευτικά δικαιώµατα (τα οποία δεν έχουν ηµεροµηνία λήξης, εφόσον οι ετήσιες πληρωµές γης καταβάλλονται).

Τι θα γίνει στο Pascua Lama;

Προς το παρόν, η εταιρεία έχει µετριάσει το κίνδυνο έκθεσής της στο έργο εξόρυξης στο Pascua Lama. Όλα τα σηµάδια δείχνουν µια επιβράδυνση στην εξορυκτική βιοµηχανία εν γένει, η οποία επιδεινώνεται µε την αύξηση της επιφυλακτικότητας εκ µέρους των χρηµατοοικονοµικών επενδυτών να συνεισφέρουν κεφάλαια στη βιοµηχανία. Αλλά εκεί που οι µικρές εταιρίες εξόρυξης (εταιρείες που αναλαµβάνουν µόνο εξερεύνηση)είτε πωλούνται ή κλείνουν σε περίοδο ύφεσης, οι µεγάλες χρυσοθήρες δείχνουν αντοχή. Περίοδοι υφέσεις και πτώσης χαρακτηρίζουν τον κύκλο εξόρυξης: στο τέλος της προηγούµενης ύφεσης, για παράδειγµα, τα σχέδια της λειτουργίας του Pascua Lama είχαν για να ξανακκκινίσουν λίγα χρόνια αργότερα όταν οι τιµές του χρυσού ανέκαµψαν. Εκτός από το να περιµένει µέχρι να βελτιωθούν οι συνθήκες, η εταιρεία εξετάζει να πουλήσει µέρος του µεριδίου της στο Pascua Lama. Τέτοιες συµφωνίες συνεργασίας δεν είναι ασυνήθιστες στον τοµέα των εξορύξεων µε δεδοµένη την υψηλή κεφαλαιακή δαπάνη που απαιτείται. Προς το παρόν, βέβαια, περιµένουν τη στιγµή που τα αποθέµατα χρυσού στο Pascua Lama θα έχουν µεγαλύτερη αξία και χαµηλότερο επενδυτικό κίνδυνο αν εξορυχτούν από το να παραµένουν κάτω από το έδαφος.

JULIE REYES

διδακτορική ερευνήτρια Πολιτικής Οικολογίας
στο Πανεπιστήµιο του Μάντσεστερ

Μετάφραση: Δήµητρα Σπαθαρίδου

Επιµέλεια: Γιώργος Βελεγράκης

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ