το σχόλιο του μήνα: τα όρια της αποανάπτυξης

PHOTO-32

Πρόσφατα πραγματοποιήθηκε στη Λειψία της Γερμανίας το 4ο διεθνές συνέδριο της Αποανάπτυξης (βλ. αναλυτική παρουσίαση στο άρθρο του Πάνου Πετρίδη, σελ. 4). Η αποανάπτυξη τόσο ως θεωρητική έννοια όσο και ως κοινωνικό κίνημα έχει καταφέρει να κερδίσει τα τελευταία χρόνια το δικό της, πολύ σημαντικό χώρο στη ριζοσπαστική οικολογική σκέψη και πρακτική. Το ίδιο το συνέδριο το απέδειξε καθώς ένας πολύ μεγάλος αριθμός ακαδημαϊκών, ερευνητών και κινηματικών φορέων συμμετείχε σε επιστημονικές συζητήσεις για την εξέλιξη της οικολογικής σκέψης αλλά και σε πρακτικά εργαστήρια για τη στρατηγική του παγκόσμιου οικολογικού κινήματος. Οι υπερασπιστές της αποανάπτυξης έχουν, συνεπώς, δύο πολύ σημαντικά κεκτημένα. Εφαρμόζουν στην πράξη μια διαφορετική λογική και μεθοδολογία της επιστημονικής παραγωγής μαζί με τα κοινωνικά κινήματα και όχι απλώς για αυτά, ενώ παράλληλα διατηρούν ζωντανή και εμπλουτίζουν τη στρατηγική συζήτηση για την ανάγκη του κοινωνικο-οικολογικού μετασχηματισμού.

Εντούτοις δεν μπορώ να αποφύγω να εκφράσω και τις επιφυλάξεις ή τα ανοικτά ερωτήματα για μια σειρά από αλληλένδετα ζητήματα στα οποία οι θεωρητικοί της αποανάπτυξης είτε δεν απαντούν είτε απαντούν με λανθασμένο κατά τη γνώμη μου τρόπο.
Το πρώτο στοιχείο είναι θεωρητικό και βρίσκεται στον πυρήνα της αποαναπτυξιακής σκέψης. Για το αποαναπτυξιακό πρόταγμα, τουλάχιστον κατά τον Latouche, η φύση θεωρείται μια υπεριστορική οντότητα με συγκεκριμένη καθολική οντολογία. Συνεπώς αναπαράγεται ο δυισμός ανθρώπου-φύσης ή κοινωνίας-φύσης στην ερμηνεία του οποίου μάλιστα «η φύση υπαγορεύει και ο άνθρωπος εκτελεί». μια τέτοια προσέγγιση όμως φαίνεται να προτάσσει ένα μέλλον (ένα τέλος της ιστορίας) όπου οι τύχες των κοινωνιών θα καθορίζονται από τους φυσικούς νόμους, που είναι και θα είναι σεβαστοί και καθολικοί. Στον αντίποδα, και όπως υποστηρίζω, η μαρξιστική προσέγγιση της Πολιτικής Οικολογίας προσφέρει αναλυτικά εργαλεία για να δούμε τη φύση στη διαλεκτική της σχέση με την κοινωνία. Ο μετασχηματισμός της φύσης περνά μέσα από την ανθρώπινη εργασία. Η ίδια η φύση καθορίζει αλλά και καθορίζεται από την κοινωνία, από τις παραγωγικές δυνάμεις και σχέσεις παραγωγής. Αυτό είναι εξάλλου το κρίσιμο σημείο συνάντησης της οικολογίας με τα χειραφετητικά κοινωνικά κινήματα: Κοινωνικο-οικολογικός, μια εναλλακτική παραγωγική ανασυγκρότηση για την ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών, επανασύνδεση των κοινωνιών με τις συνθήκες αναπαραγωγής τους.

Ως συνέχεια της πρώτης, η δεύτερη αντίφαση εντοπίζεται στο πολιτικό πεδίο. Δεν είναι τυχαίο ότι στο λόγο της αποανάπτυξης, μικρή σημασία δίνεται στις έννοιες «εξουσία» ή/και «σχέσεις εξουσίας». Χωρίς να απλοποιώ την πλούσια προβληματική τους, οι θιασώτες της αποανάπτυξης δεν θέτουν την πάλη ενάντια στον καπιταλισμό και τις σχέσεις εξουσίας που αυτός ορίζει, ως σημαντικό στοιχείο του κοινωνικού τους κινήματος. μπορεί να θεωρούν ότι υπάρχει (σχετική κι όχι πλήρης) ασυμβατότητα μεταξύ αποανάπτυξης και καπιταλισμού αλλά δεν θέτουν στον προβληματισμό τους τον τρόπους, τα μέσα, τα κοινωνικά και τα πολιτικά υποκείμενα που απαιτούνται για τον αναγκαίο κοινωνικό και οικολογικό μετασχηματισμό. Γι’ αυτό σε πολλές περιπτώσεις παραμένουν εχθρικοί προς την πολιτική Αριστερά και τις διεκδικήσεις άλλων κινημάτων (π.χ. του εργατικού) όταν αυτά δεν συνομιλούν απευθείας με τα θεωρητικά «όρια» της αποανάπτυξης. Αρνούνται, μάλλον εύκολα, τις υπάρχουσες διαδικασίες κοινωνικο-οικολογικού μετασχηματισμού (π.χ. στις χώρες της Λατινικής Αμερικής τα τελευταία χρόνια), κατατάσσοντάς τες στις προσεγγίσεις «οικονομισμού» και «παραγωγισμού» της Αριστεράς.

Τέλος, η τρίτη αντίφαση έχει να κάνει με το κινηματικό πεδίο. με άξονες τη μικρή κλίμακα, τα οικολογικά όρια και την ανάγκη για «αρμονική συμβίωση ανθρώπου και φύσης», οι θιασώτες της αποανάπτυξης σε πολλές περιπτώσεις, προτάσσουν μια «κινηματική αυτάρκεια» και τη μη συμμετοχή τους στις υπάρχουσες πολύπλευρες κινηματικές διαδικασίες. Οι nowtopias, οι κλειστοί χώροι δηλαδή όπου ο καθένας και η καθεμιά μπορεί να ζήσει σε «αρμονία με τη φύση» και εκτός του (σκληρού) καπιταλιστικού πλαισίου, συχνά θεωρούνται ως ο απόλυτος στόχος και η τελική εξέλιξη των οικολογικών κινημάτων. Παραμένουν όμως σύγχρονες μορφές απομόνωσης από την κοινωνική και κινηματική πραγματικότητα με μικρή κοινωνική συμβολή. μπορεί να αποτελούν υπαρκτά μικρά μοντέλα μιας άλλης σχέσης ανθρώπου φύσης που όμως δεν θέλουν και δεν μπορούν να γενικευθούν και να αποτελέσουν σύγχρονο, γενικευμένο και νικηφόρο αντιπαράδειγμα στο καπιταλιστικό πλαίσιο παραγωγής και κατανάλωσης.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΛΕΓΡΑΚΗΣ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ