για την οικονομική αποτίμηση της φύσης

Economic-Valuation-of-Nature-cover

«Η φύση καταστρέφεται επειδή είναι αόρατη στους πολιτικούς και τις επιχειρήσεις», λένε οι υποστηρικτές της οικονομικής αποτίμησης της φύσης. Η σιωπηρή παραδοχή: Δημιουργήστε μια «φύση που το κεφάλαιο μπορεί να δει» και η απώλεια της βιοποικιλότητας θα σταματήσει. Αλλά δεν είναι τόσο απλό!

Εκδόθηκε πρόσφατα από το Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ Βρυξελλών η μπροσούρα στα αγγλικά με τίτλο “Οικονομική αποτίμηση της φύσης: το τίμημα της διατήρησης; Μια κριτική διερεύνηση” της Jutta Kill, ερευνήτριας και ακτιβίστριας για ζητήματα όπως οι ευελικτοι μηχανισμοί εμπορίας και συμψηφισμού άνθρακα, και οι επιπτώσεις της “νέας οικονομίας της φύσης” σε τοπικές κοινότητες διεθνώς. Όπως αναφέρεται στην εισαγωγή της έκδοσης, σήμερα λέξεις όπως «λογιστική αποτίμηση φυσικού κεφαλαίου», «χρηματιστικοποίηση της Φύσης», «οικοσυστημικές υπηρεσίες» και «συστήματα συμψηφισμού/ αντισταθμισης βιοποικιλότητας» αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της «πράσινης οικονομίας». Και έχουν γίνει μέρος του βασικού λεξιλογίου της συζήτησης για την προστασία και διατήρηση της φύσης. Ωστόσο, αυτές οι εκφράσεις δεν έχουν αληθινό νόημα˙ οι έννοιες που τις στηρίζουν είναι ασαφείς, και υπόκεινται σε επιλεκτική ερμηνεία από κατεστημένα συμφέροντα. Ενώ, παραδόξως, υπήρξε εξαιρετικά μικρή δημόσια συζήτηση σχετικά με αυτούς τους νέους τρόπους παρουσίασης της φύσης, παρά τις δυνητικά εκτεταμένες επιπτώσεις.

Συλλογικότητες που αντιστέκονται στην καταστροφή δασών και άλλων φυσικών περιοχών, η οποία δικαιολογείται με καταβολή αποζημιώσεων σε δήθεν συγκρίσιμη θέση αλλού, διεκδικούν το να δοθεί μεγαλύτερη προσοχή στη διαφορά μεταξύ των αφηρημένων εννοιών της οικονομικής αποτίμησης και της συγκεκριμένης εφαρμογής τους. Η έκδοση έχει ρητά σαν στόχο να συμβάλει στη δημόσια συζήτηση που ξεκινούν αυτοί οι τοπικοί αγώνες.

Στο κείμενό της, η συγγραφέας εξετάζει αρχικά μερικές από τις υποθέσεις, λογικούς ισχυρισμούς και επιχειρήματα στη βάση των οποίων δομείται αυτή η «νέα οικονομία της φύσης». Κριτικάρει έντονα την απόδοση αξίας στο περιβάλλον ως φυσικό κεφάλαιο. Εξηγεί τη διαδικασία χρηματιστικοποίησης της φύσης. Στη συνέχεια, προσδιορίζει τους βασικούς παράγοντες που δίνουν ώθηση στην οικονομική αποτίμηση της φύσης: πολυμερείς οργανισμοί όπως η Παγκόσμια Τράπεζα, πολυεθνικές εταιρείες, όπως η Rio Tinto, τους χρηματοπιστωτικούς παράγοντες που υπέγραψαν την Natural Capital Declaration, ΜΚΟ, ειδικά επενδυτικά κεφάλαια και τέλος, πανεπιστήμια και εταιρείες συμβούλων.

Ακολουθούν μελέτες περιπτώσεων έργων συμψηφισμού/ αντιστάθμισης άνθρακα και βιοποικιλότητας έχουν αποτύχει. Έτσι, μια σειρά από μύθοι καταρρίπτονται, όπως:

• Ο μόνος τρόπος να σωθεί η φύση είναι να δείξει την οικονομική της αξία

• Ο υπολογισμός της οικονομικής αξίας δεν είναι το ίδιο σαν να μπαίνει τιμή στη φύση

• Ας το παραδεχτούμε – το δάσος επρόκειτο να καταστραφεί ούτως ή άλλως.

• Κάνοντας τις εταιρείες να πληρώσουν για την καταστροφή που προκαλούν είναι καλύτερο απ’ το τίποτα

• Ο συμψηφισμός/ αντιστάθμιση θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο ως έσχατη λύση

• Κάποια αποτίμηση χρειάζεται για τον επακριβή καθορισμό αποζημιώσεων, λχ. από πετρελαιοκηλίδα

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, στο κείμενο εξετάζονται οι άφθονοι παραλογισμοί που έρχονται στο προσκήνιο στην προσπάθεια να μετατραπεί ο ιστός της ζωής σε τακτοποιημένες, συσκευασμένες, μετρήσιμες και συγκρίσιμες μονάδες «οικοσυστημικών υπηρεσιών».

Καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι έχει έρθει η ώρα να απορρίψουμε σθεναρά την εμπορευματοποίηση της φύσης. Το «όχι» στην οικονομική αποτίμηση του ιστού της ζωής και της ποικιλομορφίας που περιέχει είναι επίσης μια σημαντική κατάφαση. Λέει “ναι” στην αναγνώριση των διασυνδέσεων μεταξύ του ανθρώπου και του μη-ανθρώπινου, διασυνδέσεων που διαμορφώνουν τους συγκεκριμένους τόπους και που καθιστούν τη φύση σε μια περιοχή διακριτή και ιδιαίτερη από τη φύση αλλού. Επιβεβαιώνει επίσης ότι το νήμα της ζωής, πρέπει να διαφυλαχθεί και ότι χρειάζεται να αντισταθούμε στη συνεχιζόμενη καταστροφή.

Αυτή η αντίσταση αποδεικνύει ότι υπάρχει – και πάντα υπήρχε – μια πλειοψηφία που δίνει αξία στην συγκεκριμένη, ιδιαίτερη “φύση” που κινδυνεύει. Αυτές οι αξίες είναι βαθύτερες από το να υπολογίσουμε την οικονομική ή χρηματική αξία ορισμένων επιλεγμένων μονάδων ή «υπηρεσιών» που αποσπώνται από αυτό το πλέγμα της ζωής. Ωστόσο, οι φωνές που εκφράζουν παρόμοιες αξίες συνήθως αγνοούνται όταν λαμβάνονται αποφάσεις που καταστρέφουν ένα δάσος, ένα ποτάμι, ένα λιβάδι, ένα βάλτο ή ένα βουνό.

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η συγγραφέας Jutta Kill, “το να υιοθετούμε το πλαίσιο που βλέπει τη φύση με τον τρόπο του κεφαλαίου εξορισμού απαιτεί να υποβαθμίσουμε τις αξίες που θεωρούμε -ή θεωρούσαμε- σημαντικές. Αυτά πιθανά συνεπάγεται την απώλεια μιας ηθικής αρχής και νομιμοποίησης, τουλάχιστον μακροχρόνια. Το να υιοθετούμε την έννοια της οικονομικής αξίας της φύσης, σημαίνει πως υιοθετούμε τις αξίες ενός επιχειρηματικού μοντέλου που βασίζεται στην χωρίς όρια μεγέθυνση και στην αντίστοιχη διάλυση της “φύσης” και των ζωών πολλών ανθρώπων.”

Ο/τ.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ