Ουκρανική κρίση και ΕΕ: εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιµα

Το ξέσπασµα της κρίσης στην Ουκρανία θορύβησε τους ευρωπαίους ηγέτες και επανέφερε στην επικαιρότητα ένα παλαιό ζήτηµα. Πώς µπορεί να θωρακιστεί η Ευρωπαϊκή Ένωση από πιθανό κλείσιµο της ρώσικης στρόφιγγας παροχής φυσικού αερίου;

Ένα πιθανό µποϊκοτάζ από την πλευρά της Ρωσίας (όπως, άλλωστε έχει συµβεί δις στο πρόσφατο παρελθόν, το 2006 και 2009), θα στερήσει από την Ευρώπη περίπου το 15% της ποσότητας εισαγόµενου φυσικού αερίου που χρειάζεται για να καλύψει τις ανάγκες της, και το οποίο διέρχεται από τα εδάφη της Ουκρανίας. Σε ένα τέτοιο ενδεχόµενο, οι πλέον ευάλωτες χώρες θα ήταν αυτές της νοτιοανατολικής Ευρώπης, αλλά και η Ιταλία και η Γερµανία. Η Ελλάδα είναι και αυτή εθισµένη στα ρωσικά κάλλη, µιας και περίπου το 55% των εισαγωγών φυσικού αερίου προέρχονται από τη Ρωσία. Πρέπει να σηµειωθεί πως, σε σχέση µε το παρελθόν, χάρη στο πλήθος διασυνδέσεων και νέων αγωγών, όλες οι ευρωπαϊκές χώρες µπορούν να ανταποκριθούν ευκολότερα σε αντίστοιχα επεισόδια.

Ίσως, βέβαια, τα λόγια του προέδρου Μπαρόσο να έκρυβαν µια δόση υπερβολής όταν αναφέρθηκε στην Ουκρανική κρίση ως τη µεγαλύτερη απειλή για την ευρωπαϊκή ειρήνη και ασφάλεια µετά την πτώση του «Σιδηρού Παραπετάσµατος». Και αυτό διότι, αφενός το τανγκό της εξάρτησης θέλει δύο παρτεναίρ –σε περίπτωση µποϊκοτάζ, η Gazprom θα έπρεπε να στερηθεί των εσόδων από τις εξαγωγές φυσικού αερίου µέσω Ουκρανίας, περίπου $33δις µόνο για το 2013– ενώ η Ρωσία καλείται να δείξει το καλό της πρόσωπο και στα πλαίσια της προσέγγισης της Κίνας (µε την οποία έκλεισε πρόσφατα το µεγαλύτερο deal πώλησης φυσικού αερίου, αξίας $400 δις). Εξάλλου, η ΕΕ αποτελεί τον πρώτο εµπορικό εταίρο της Ρωσίας, καθώς σχεδόν οι µισές εισαγωγές και εξαγωγές της τελευταίας, µε κύκλο εργασιών περίπου €337δις, διεξάγονται µε χώρες-µέλη της ΕΕ. Συνεπώς, η Ρωσία χρειάζεται την ΕΕ όσο και η ΕΕ τη Ρωσία.

Τα αντανακλαστικά των ευρωπαίων πολιτικών λειτούργησαν άµεσα – προς ποια κατεύθυνση είναι, ωστόσο, το ερώτηµα. Έπειτα από απαίτηση του Ευρωπαϊκού Συµβουλίου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ετοίµασε και έδωσε στη δηµοσιότητα το σχέδιο για τη διασφάλιση της ενεργειακής ασφάλειας της Ευρώπης. Η στρατηγική απεµπλοκής της ΕΕ από το ρωσικό αέριο στηρίζεται, όσο απίστευτο κι αν ακούγεται, κυρίως στην περαιτέρω ανάπτυξη και ενίσχυση των υποδοµών φυσικού αερίου (LNG, εγχώρια κοιτάσµατα π.χ. σχιστολιθικού αερίου, νέοι αγωγοί µεταφοράς, αξιοποίηση τρίτων προµηθευτών κ.λπ.)!

Τι σηµαίνει αυτό; Η Ευρώπη, στην προσπάθεια να προσελκύσει τα υγραεριοφόρα πλοία µεταφοράς LNG, θα πρέπει να είναι έτοιµη να αντιµετωπίσει το σκληρό ανταγωνισµό από τις αναπτυσσόµενες χώρες της Ασίας, µε ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις τιµές αγοράς καυσίµου, πέφτοντας ταυτόχρονα στην αγκαλιά λίγων κυρίαρχων εταιρειών στην παραγωγή LNG (Shell, Qatargas κ.ά.). Επιπλέον, θα κόψει τον οµφάλιο λώρο µε την ασταθή περιοχή της Ρωσίας, βρίσκοντας απάνεµο καταφύγιο σε χώρες όπως η Νιγηρία, η Αλγερία και το Ιράκ – ο εµφύλιος που µαίνεται στο τελευταίο έχει για ακόµα µια φορά εκτοξεύσει τις τιµές πετρελαίου. Για τη µεταφορά του ρωσικού αερίου, θα παρακάµψει την Ουκρανία, κυρίως µέσω των αγωγών South Stream και Nord Stream – µόνο που πίσω από τους δύο αγωγούς βρίσκεται, πάλι, η Gazprom! Η έλευση της ενεργειακής επανάστασης µέσω του σχιστολιθικού αερίου, από τους κακεντρεχείς αποκαλούµενη «πάρτι συνταξιούχων», µάλλον θα αργήσει, όχι µόνο λόγω του τεράστιου κόστους εξόρυξης σε σχέση µε το αντίστοιχο των ΗΠΑ αλλά και απλούστατα, επειδή τα ευρωπαϊκά αποθέµατα δεν επαρκούν για να εξαλείψουν την εξάρτηση από τις εισαγωγές – στο ευνοϊκότερο σενάριο εκµετάλλευσης σχιστολιθικού αερίου, η εξάρτηση αυτή µειώνεται στο 62% το 2035, από το 89%. Σε κάθε περίπτωση, σύµφωνα µε τον Διεθνή Οργανισµό Ενέργειας, οι εκποµπές CO2 από τις µονάδες φυσικού αερίου πολύ σύντοµα (2025) θα είναι υψηλότερες από τη µέση ένταση άνθρακα του παγκόσµιου µείγµατος ηλεκτρικής ενέργειας, κι έτσι το φυσικό αέριο θα χάσει τον τίτλο του ως «καύσιµο χαµηλών εκποµπών». Δεν µπορεί να λογίζεται, συνεπώς, παρά µόνο ως µεταβατική εναλλακτική για την επίτευξη ενός συστήµατος ενέργειας µηδενικών εκποµπών. Μια µεταβατική εναλλακτική η οποία θα κοστίσει περίπου €70δις –όσο δηλαδή απαιτείται για την κατασκευή νέων αγωγών, υποδοµών αποθήκευσης και µεταφοράς φυσικού αερίου, σταθµούς LNG– και θα δεσµεύσει την Ευρώπη σε ένα καύσιµο η τιµή του οποίου έχει τριπλασιαστεί την τελευταία δεκαετία.

Το ερώτηµα που τίθεται, είναι, ποια είναι η ενδεδειγµένη λύση που µπορεί να ικανοποιήσει το τρίπτυχο ανάπτυξη – προστασία του καταναλωτή – προστασία περιβάλλοντος;

Την απάντηση δίνει η ίδια η ΕΕ µέσω της µελέτης αξιολόγησης της πορείας εφαρµογής της οδηγίας για την ενεργειακή αποδοτικότητα. Σε αυτήν, παρατίθενται οι επιπτώσεις από τη θέσπιση ενός στόχου ενεργειακής αποδοτικότητας 40% για το 2030: όχι µόνο µειώνεται η ανάγκη εισαγωγών φυσικού αερίου σε ποσότητα τουλάχιστον ίση µε τις εισαγωγές από τη Ρωσία, αλλά παράλληλα αναπτύσσεται η οικονοµία κατά 4% ετησίως, αυξάνονται οι θέσεις εργασίας κατά 3,15% ετησίως και µειώνονται, συνολικά, οι εισαγωγές ορυκτών καυσίµων αξίας €505δις ετησίως – €315 δις ευρώ περισσότερα από το σχέδιο που είχε προτείνει η Επιτροπή τον Ιανουάριο.

Είναι προφανές πως οι τολµηρές πολιτικές ενεργειακής αποδοτικότητας δεν αποτελούν πανάκεια. Το παζλ συµπληρώνεται µε την αυξηµένη διείσδυση ΑΠΕ, την αύξηση χρήσης ηλεκτρικής ενέργειας στα κτήρια και τις µεταφορές, την ανάπτυξη µέσων αποθήκευσης ενέργειας, την ανάπτυξη διασυνδέσεων, τη διαχείριση της ζήτησης κ.ά.

Τα µηνύµατα από τις Βρυξέλλες είναι διφορούµενα. Από τη µια, οι εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής τονίζουν τα οφέλη από την εφαρµογή γενναίων πολιτικών στους τοµείς της ενεργειακής αποδοτικότητας και των ΑΠΕ, οφέλη τα οποία συνειδητοποιούν και οι ευρωβουλευτές που ζητούν φιλόδοξα και δεσµευτικά µέτρα για το 2030. Από την άλλη, οι απερχόµενοι Επίτροποι και ο Πρόεδρος Μπαρόσο φαίνεται να προτείνουν έναν υπερσυντηρητικό στόχο ενεργειακής αποδοτικότητας 27% για το 2030. Ο στόχος αυτός θα απαιτήσει ελάχιστη προσπάθεια από τα κράτη-µέλη, και θα στερήσει από την Ένωση τη δυνατότητα να εξασφαλίσει την ενεργειακή της ασφάλεια και αυτοδυναµία, να γλιτώσει τεράστια κονδύλια από εισαγωγές ορυκτών καυσίµων, και ταυτόχρονα να προστατεύσει τους πολίτες της από τις κυµαινόµενες τιµές ενέργειας. Έχει έρθει, πλέον, η στιγµή για τους Ευρωπαίους ηγέτες να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων και να αναλάβουν τις δικές τους πρωτοβουλίες.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ