επαναδημοτικοποίηση του δικτύου ενέργειας στο Βερολίνο: αποτυχία, σκέψεις και προβληματισμοί

PHOTO-10Μετά την επέλαση του νεοφιλελευθερισμού στη Γερμανία σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του ’90, ανέπαφος δε μπόρεσε φυσικά να μείνει ούτε ο τομέας της ενέργειας. Παρά τις υποσχέσεις της ελεύθερης αγοράς προς τους καταναλωτές ,οι οποίες προέτασσαν την αυξημένη αποτελεσματικότητα στη λειτουργία των ιδιωτικοποιημένων φορέων σε συνδυασμό με τη μείωση στις τιμές και την αύξηση της ποιότητας που απολαμβάνουν οι χρήστες, το αποτέλεσμα ήταν απογοητευτικό: Η ιδιωτικοποίηση των δικτύων και της διανομής της ενέργειας οδήγησε σε αύξηση των τιμολογίων με παράλληλη υποβάθμιση της ποιότητας στην παραγόμενη ενέργεια. Το κλασικό σχήμα κάθε ιδιωτικοποίησης υιοθετήθηκε για ακόμη μία φορά, αφού ο νέος φορέας διαχείρισης λειτούργησε με γνώμονα την αύξηση του κέρδους, μέσω του περιορισμού στις δαπάνες συντήρησης του δικτύου και της σταδιακής υποβάθμισης όλου του μηχανισμού παραγωγής.

Πιο συγκεκριμένα, στην περίπτωση του Βερολίνου το δίκτυο είχε περιέλθει στην κυριότητα των συμφερόντων της Σουηδικής Vattenfall. Ο κολοσσός αυτός εκφράζει τη συστηματική του άρνηση στο ενδεχόμενο μιας ενεργειακής στροφής προς τις ΑΠΕ (παρ’ ότι δίκτυο είναι αρκετά αξιόπιστο, μόλις το 1,4% του μείγματος ενέργειας που καλύπτει την αστική ζήτηση προέρχεται από τις ΑΠΕ). Παράλληλα, η ίδια εταιρία δεν είναι απλώς υπεύθυνη για τη διαχείριση της διανομής ενέργειας αλλά συμμετέχει και στην παραγωγή της, καθώς της ανήκουν κάποια ορυχεία εξόρυξης άνθρακα στην περιοχή του Lausitz στην ανατολική Γερμανία. Επιλέγεται δηλαδή ένα μοντέλο ηλεκτροπαραγωγής βασισμένο στην καύση άνθρακα (με ό,τι αυτό συνεπάγεται ως προς το ζήτημα της εκπομπής ρύπων) με κύριο επιχείρημα το μικρό κόστος της παραγόμενης ενέργειας, αλλά με σοβαρές προβληματικές ως προς το δημοκρατικό έλεγχο, την κοινωνική πολιτική και το περιβαλλοντικό αποτύπωμα.

PHOTO-16Για όλους τους παραπάνω λόγους, στο Βερολίνο ξεκίνησε μια καμπάνια με στόχο την επαναδημοτικοποίηση του δικτύου και της διανομής ακολουθώντας το επιτυχές εγχείρημα του Αμβούργου. Η καμπάνια διοργανώθηκε από μια πλατιά κοινωνική συμμαχία (με πολλούς τοπικούς φορείς, κινήσεις πολιτών και οργανώσεις) την Στρογγυλή Τράπεζα Ενέργειας του Βερολίνου (Berliner Energietisch). Στην προώθηση και το σχεδιασμό της καμπάνιας συμμετείχαν ισότιμα όλες οι οικολογικές, δημοκρατικές και κοινωνικές συλλογικότητες της πόλης συγκροτώντας ένα σχέδιο με τέσσερις βασικούς άξονες:

  • Τη δημοτικοποίηση του δικτύου ηλεκτρισμού.
  • Την προώθηση των ΑΠΕ, με στόχο την αποκεντρωμένη παραγωγή και την πλήρη αυτονομία μέσω της παράλληλης απαγόρευσης νέων ή επεκτεινόμενων μονάδων πυρηνικών σταθμών ή σταθμών καύσης άνθρακα.
  • Αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχιας μέσω προγραμμάτων εξοικονόμησης σε επίπεδο κατοικιών, που θα εμποδίζουν τις εξώσεις και τους εκτοπισμούς των κατοίκων διαμέσου επιδότησης συνεταιριστικών τραπεζών.
  • Ανάπτυξη πλαισίου δημοκρατικού ελέγχου του τομέα της ενέργειας: Το διοικητικό συμβούλιο της δημοτικής εταιρίας προτάθηκε να συγκροτείται μέσω εκλογών από τις τοπικές κοινότητες, ενώ κάθε κοινότητα θα μπορούσε να έχει δικαίωμα στη συνδιαμόρφωση οργανώνοντας συνελεύσεις βάσης σε επίπεδο γειτονιάς και καταθέτοντας υπομνήματα στο συμβούλιο.

Στα πλαίσια αυτής της καμπάνιας διενεργήθηκε δημοψήφισμα με στόχο την επαναδημοτικοποίηση των υποδομών ενέργειας στην πόλη. Για να ψηφιστεί, όμως, ως νόμος η πρόταση της πρωτοβουλίας δεν αρκεί η θετική ψήφος της πλειοψηφίας, αλλά απαιτείται η υπερψήφισή της από το 25% των δημοτών που έχουν το δικαίωμα του εκλέγεσθαι. Παρά την ισχυρή πλειοψηφία των δημοτών που ψήφισαν υπέρ της δημοτικοποίησης (κοντά στο 83%), υπολείπονταν 21000 «ναι» από το δεύτερο σώμα που αναφέρθηκε παραπάνω. Χάθηκε έτσι μια μεγάλη ευκαιρία για τη θεσμοποίηση ενός πλαισίου που επανανοηματοδοτεί τον όρο «δημόσια επιχείρηση», ενώ παράλληλα προτείνει και έναν οδικό χάρτη μετάβασης σε μια μετα-εξορυκτική ενεργειακή οικονομία.

Ωστόσο, η αποτυχία αυτή δημιουργεί ερωτήματα σχετικά με το ποια μπορεί να είναι η στρατηγική της αριστεράς ώστε τέτοια κινήματα να μπορούν να πετυχαίνουν νίκες και να προκαλούν υλικούς μετασχηματισμούς της ενεργειακής οικονομίας. Στα πλαίσια της εμπειρίας του Βερολίνου, φαίνεται πως η διοργάνωση μιας καμπάνιας με στόχο την εγκαθίδρυση θεσμικών πρωτοβουλιών στο μέλλον από μόνη της δεν αρκεί. Παρά το ολοκληρωμένο πλαίσιο της καμπάνιας, αυτό που φαίνεται να έλειψε είναι η ανάληψη πρωτοβουλιών για ένα εναλλακτικό μοντέλο ενέργειας στο σήμερα, μέσω εγχειρημάτων σε τοπικό επίπεδο. Με άλλα λόγια, παράλληλα με τις θεσμικές διεκδικήσεις (που στοχεύουν σε μια μακροπρόθεσμη κατάσταση) η αριστερά οφείλει να συγκροτεί αντιπαραδείγματα ήδη από τώρα εκμεταλλευόμενη την αυτενέργεια των πολιτών.

Τα παραδείγματα αυτά μπορούν να συγκροτούνται στη βάση διαφορετικών αφετηριών:

Συμμετοχικοί προϋπολογισμοί και συνελεύσεις γειτονιάς, όπως στο μοντέλο τοπικής αυτοδιοίκησης της Βραζιλίας.

Ενίσχυση της έννοιας της συλλογικότητας και της συνεργατικής ηθικής.

Μείωση ή και εξάλειψη των περιβαλλοντικών επιβαρύνσεων, όπως στην περίπτωση της Δανίας (απομάκρυνση από το πρότυπο των πυρηνικών).

Μείωση του κόστους και της τιμολόγησης της ενέργειας για τα φτωχά στρώματα και τις υποτελείς τάξεις, μέσω επιστροφών των αρχικών επενδύσεων και μορφών κοινωνικής επιχειρηματικότητας (συνεταιριστικές τράπεζες, δίκτυα αλληλεγγύης).

Στα πλαίσια όλων των παραπάνω αφετηριών όμως, η αριστερά πρέπει μέσα από το συνδυασμό της κινηματικής δράσης και των θεσμικών πρωτοβουλιών (όπου αυτές είναι δυνατές) να συγκροτεί συλλογικότητες που θα μετατοπίζουν την πλάστιγγα υπέρ των αναγκών των «από κάτω», ενώ θα ανοίγουν και την προοπτική του κοινωνικού μετασχηματισμού. Να κάνει δηλαδή όχι μια φιλοσοφία των μελλοντικών σχεδίων, αλλά μια «φιλοσοφία της πράξης» που θα έλεγε κι ο Γκράμσι.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΔΗΜΑΣ 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ